Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου 2009

Δημοσίευση

Εδώ μπορώ να κάθομαι και να γράφω ό,τι θέλω και όπως θέλω. Σωστά; Σωστά.

Επειδή λοιπόν είναι η δουλειά μου και όσο νά'ναι τόσα χρόνια κάποιο κουσούρι θα μου έχει αφήσει, πρέπει να ομολογήσω ότι έχω μια μάλλον ιδιαίτερη σχέση με τα λάθη στα έντυπα. Τι εννοώ ιδιαίτερη σχέση; Δεν μπορούν να μου κρυφτούν - τα βρίσκω όπου κι αν είναι. Και το χειρότερο; Βρίσκω τα λάθη των άλλων - τα δικά μου περιμένω να μου τα πείτε εσείς. Ό,τι και να διαβάζω, το μάτι μου θα πέσει πάνω στο λάθος. Και ύστερα από τόσα χρόνια πλέον γνωρίζω πού θα δω το λάθος.
Έτσι λοιπόν όταν διαβάζω, ακόμα κι αν δεν πρόκειται για δουλειά, τα μάτια μου ψάχνουν για εξ με απόστροφο ("εξ' αρχής" και δεν θα ξεχάσω τη διαφήμιση που κυκλοφορούσε στο μετρό πριν από κανένα μήνα που έλεγε "ομορφιά εκ' των έσω") ή για αναφορικά ό,τι γραμμένα ότι. Γιατί το καημένο το ότι είναι δισύλλαβο, οπότε πάντα τονίζεται. Αν όμως είναι αναφορικό γράφεται ό,τι, ενώ αν είναι ειδικό μένει ότι. Θα μου πεις, πώς καταλαβαίνουμε το αναφορικό; Ένας τυφλοσούρτης είναι να σκεφτόμαστε ότι θα μπορούσαμε να το αντικαταστήσουμε με το οτιδήποτε. Ή πάλι το ημείς και υμείς. Με η- είμαστε εμείς, με υ- είσαστε εσείς. (Και κάπου εδώ μπορεί να περιμένετε να σας εξηγήσω γιατί τα γράφω τώρα όλα αυτά, αλλά μάλλον θα μείνετε με την απορία.)
Και για να συνεχίσω ακάθεκτη, σαν να μην μου έφταναν αυτά, βρίσκω και τα εννοιολογικά και πραγματολογικά λάθη ή ασυμφωνίες. Έτσι έχω βρει ατυχείς εκφράσεις σε κείμενα νομικών, οικονομολόγων, καθηγητών διαφόρων ειδικοτήτων, χωρίς να είμαι τίποτε από αυτά. Και εννοείται ότι έχω διαβάσει πολλά βιβλία με το μολύβι στο χέρι για να διορθώνω τα κακώς κείμενα. Έχω διαβάσει βιβλίο που η γυναίκα του πρώτου κεφαλαίου μετατρέπεται στο δεύτερο κεφάλαιο σε άνδρα (ναι, ήταν τραγικό), έχω διαβάσει σελίδα-σελίδα το ίδιο βιβλίο στα ελληνικά και στα αγγλικά για να βρω τα μεταφραστικά λάθη, έχω συγκρίνει διαφορετικές εκδόσεις του ίδιου βιβλίου και έχω προσπαθήσει να δω το πρωτότυπο μέσα από αυτές (με καλύτερο παράδειγμα τον Μικρό Νικόλα - είναι και της μόδας αυτήν την εποχή, αλλά εγώ τον γνώρισα όταν ήμουν συνομήλική του και τον αγαπώ ιδιαίτερα).

Άρα θα επανέλθω...

Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2009

Ανοικτή επιστολή

Αγαπητέ κύριε Σκλαβενίτη, Βερόπουλε, Βασιλόπουλε, Μαρινόπουλε (μα καλά, όλοι Πελοποννήσιοι είναι;)

Αν ξανακούσω the weather outside is frightful, but the fire is so delightful θα αφήσω το καρότσι στον κεντρικό διάδρομο και θα φύγω.

Ευχαριστώ και καλές γιορτές

Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2009

Μελομακάρονα

Για τα μπισκότα
1 1/2 φλυτζάνι λάδι
5-6 φλυτζάνια αλεύρι
1/2 φλυτζάνι ζάχαρη
1 φλυτζανάκι του καφέ κονιάκ
1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 κουταλιά σούπας γαρύφαλλο
1 χυμό πορτοκαλιού
1 κουταλάκι γλυκού μπέικιν πάουντερ

Για το σιρόπι
2 φλυτζάνια μέλι
1 φλυτζάνι ζάχαρη
2 φλυτζάνια νερό
1 φλούδα λεμόνι
2-3 ξυλαράκια κανέλα

τριμμένο καρύδι

Εκτέλεση
Χτυπάμε για 5 λεπτά το ελαιόλαδο με τη ζάχαρη (δεν πρόκειται να ενωθούν αφού η ζάχαρη δεν πρόκειται να λιώσει, αλλά τουλάχιστον θα μπουρδουκλωθούν μεταξύ τους). Προσθέτουμε το χυμό του πορτοκαλιού, το κονιάκ, τη κανέλα, το γαρύφαλλο, τα 4 φλυτζάνια αλεύρι και το μπέικιν και ζυμώνουμε. Μέχρι αυτό το σημείο το μίγμα είναι αρκετά αραιό και ξέρουμε ότι θα προσθέσουμε κι άλλο αλεύρι αλλά από δω και πέρα προσέχουμε. Γιατί;
Γιατί όλα εξαρτώνται από το λάδι. Αν είναι "σπιτικό", πηχτό τότε θα πάρει 6 φλυτζάνια αλεύρι, αν είναι ένα κλασικό ελαιόλαδο (δηλαδή πιο αραιό) θα πάρει 5 φλυτζάνια, οπότε το προσέχετε λίγο. Στόχος μας είναι να φτιάξουμε μία ομοιογενή σφιχτή ζύμη, αλλά όχι και πολύ σφιχτή (δηλαδή να μην τρίβεται στο πλάσιμο - αν συμβεί κάτι τέτοιο προσθέτουμε λίγο λάδι ή χυμό πορτοκάλι).
Πλάθουμε τη ζύμη σε μακρόστενα μπισκοτάκια και τα ψήνουμε σε λαδωμένο ταψί για μισή ώρα περίπου στους 180. Γιατί τα λέω μπισκοτάκια; Γιατί απλούστατα εμείς τα τελευταία χρόνια δεν καταφέρνουμε να φτάσουμε στις επόμενες φάσεις - τα τρώμε σαν μπισκότα έτσι.
Αλλά υπάρχει και συνέχεια.
Φτιάχνουμε το σιρόπι (δηλαδή βάζουμε όλα τα υλικά στην κατσαρόλα και τα αφήνουμε να σιγοβράσουν και να ενωθούν - για να γίνει αυτό χρειάζεται κανένα μισάωρο). Και πάλι πολλά εξαρτώνται από το μέλι. Αν είναι αραιό μπορεί να είναι φρόνιμο να προσθέσετε κι άλλη ζάχαρη. Παίρνουμε τα ψημένα μπισκοτάκια και τα βουτάμε μέσα στην κατσαρόλα με το σιρόπι (που το έχουμε αφήσει να κρυώσει αρκετά), τα βγάζουμε με την τρυπητή κουτάλα, τα αραδιάζουμε σε μια πιατέλα και τα πασπαλίζουμε με το τριμμένο καρύδι.

Η συγκεκριμένη συνταγή είναι εύκολη και πετυχαίνει πάντα. Αν δεν έχετε ξανακάνει μελομακάρονα, μην το φοβηθείτε.

Άντε και καλά Χριστούγεννα!

Πέμπτη, 17 Δεκεμβρίου 2009

Ατάκες

Κόρη Α
Ετοιμαζόμαστε να πάμε σε γάμο+τραπέζι οι δυο μας. Μπαίνω στο μπάνιο - χτενίζεται. Βγαίνω από το μπάνιο - ακόμα χτενίζεται. Στεγνώνω μαλλιά, ντύνομαι, πάω στο δωμάτιό της και είναι ακόμα με το μπουρνούζι.
- Τι έγινε μωρό μου, αργείς;
- Δεν ξέρω τι να βάλω.
- Μα εχθές δεν μου είπες ότι θα έβαζες αυτό το φόρεμα;
- Ναι, αλλά σήμερα δεν θέλω. Δεν μπορώ να βάλω φόρεμα.
- Γιατί καρδιά μου δεν μπορείς να βάλεις φόρεμα;
- Μα πόδια είναι αυτά που έχω; Γεμάτα σημάδια, μελανιές, χάλια είναι.
- Έλα τώρα - αφού έχεις τέλεια πόδια και το ξέρεις. Άλλωστε, κοίτα κι εμένα, τα δικά μου πόδια είναι γεμάτα σημάδια, φλέβες, χάλια είναι, αλλά φόρεμα φοράω.
- Βρε μαμά, ποιος σε κοιτάζει εσένα;

Κόρη Β
Γυρνάει από το προνήπιο με ένα λουλούδι στο χέρι.
- Τι ωραίο λουλούδι! Από τη γλάστρα το έκοψες;
- Όχι, μου το έδωσε ο Μάριος.
- Α, τι ευγενικός! Του είπες ευχαριστώ;
- Ναι.
- Και πώς και σου έδωσε λουλούδι;
- Παντρευτήκαμε.
- Α, μάλιστα. Αλλά εσύ δεν έχεις παντρευτεί και τον Άγγελο;
- Ναι.
- Και τι είπε ο Άγγελος;
- Θύμωσε.
- Σε πειράζει που θύμωσε ο Άγγελος;
- Όχι.
- Εντάξει. Και τον Μάριο τον αγαπάς που τον παντρεύτηκες;
- Όχι.
- Και τότε πώς και τον παντρεύτηκες;
- Βρε μαμά, με θέλει, με αγαπάει και τον λυπήθηκα.

Κόρη Γ
- Έλα αγάπη μου, πες μαμά!
- Μπαμμμμμπά!

Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2009

Λίγο απ' όλα

Οι μπλόγκερ (ή μήπως να πω μπλογκερς ή μήπως ιστολογιογράφοι;) γράφουν για πάρτη τους, λέει κάποιος και συμφωνούν πολλοί. Εγώ πάλι νομίζω ότι όλοι μα όλοι γράφουν για πάρτη τους. Δεν παίζει ρόλο αν είναι ανάρτηση ή μυθιστόρημα - γράφουν για πάρτη τους, και καλά κάνουν.

Προχθές λοιπόν έμαθα ότι μια συνομήλική μου δεν σπούδασε γιατί οι γονείς της δεν την άφησαν να σπουδάσει εκτός Αθηνών. Θα μου πεις, γιατί σου κάνει εντύπωση; Εσύ απείχες πολύ από αυτό; Δεν ξέρεις και άλλες αντίστοιχες περιπτώσεις; Φυσικά και ξέρω. Αλλά δεν μπορώ να ξεπεράσω εύκολα το γεγονός ότι οι ανασφάλειες των γονιών ορίζουν σε τέτοιο βαθμό των μέλλον των παιδιών. Θα μου πεις πάλι, τι θα πει ορίζουν; Το να μην σπουδάσει κανείς δεν είναι και το τέλος του κόσμου. Φυσικά και δεν είναι. Το ζήτημα δεν είναι οι σπουδές - είναι οι ευκαιρίες που κερδίζουμε ή χάνουμε. Και άλλο να αποφασίσουμε εμείς, άλλο να αποφασίζουν άλλοι για εμάς.

Επειδή κι εγώ γράφω για πάρτη μου (όχι που νομίζατε ότι δεν έδενε η πρώτη παράγραφος με τη δεύτερη), αυτό το έγραψα για να πω στη συνομήλική μου ότι στενοχωρήθηκα πολύ. Περασμένα ξεχασμένα, θα μου απαντήσει. Αλλά σε παρακαλώ, θα της ανταπαντήσω εγώ, αν φτάσω να επηρεάζω κι εγώ τόσο τα κορίτσια με τις ανασφάλειές μου, πες το μου. Κι εσείς αντιδράστε. Γιατί πολλά μπορεί να τα κάνουμε γιατί απλούστατα κανείς δεν βρέθηκε να μας προτείνει κάτι άλλο.

Και για να κλείσουμε το δελτίο μας με μια νότα αισιοδοξίας, το χούμους ήταν όντως αλλού το ταχίνι κι αλλού τα ρεβύθια ή δεν ξέραμε τι τρώγαμε;

Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 2009

Απογευματινές διαδρομές

- Φύλλο βέργας - η σφολιάτα δεν πάει και το φύλλο κρούστας μου πέφτει βαρύ στο στομάχι οπότε δεν το χρησιμοποιώ πουθενά
- Τυρί ρεγκάτο κομμένο κυβάκια
- Μία ντομάτα κομμένη κυβάκια
- Παστουρμάς

Απλώνετε το φύλλο, το κόβετε σε τετραγωνάκια και βάζετε 2-3 κυβάκια ρεγκάτο, άλλα τόσα ντομάτα και ένα καλό κομμάτι παστουρμά (πρέπει να έχετε βγάλει το τσεμένι). Επειδή σε δύο φύλλα βέργας αντιστοιχούν γύρω στις 8 φέτες παστουρμά, μην λυπηθείτε τα χρήματα και πάρτε καλό (και ακριβό) παστουρμά. Η διαφορά στη γεύση και στη μυρωδιά είναι η μέρα με τη νύχτα. Τα ψήνουμε για 20 λεπτά στους 180 βαθμούς και τα τρώμε με τα χέρια.

Γιατί προτείνω παστουρμαδοπιτάκια;
Το καλό με αυτή τη συνταγή είναι ότι δεν αφήνει πίσω της πολλά σκουπίδια. Έτσι, αν μένετε στο Δήμο Αθηναίων, τον Πρώτο Δήμο της Ελλάδας, τον Μοναδικό και Καταπληκτικό Δήμο που προφανώς θεωρεί ότι η καθαριότητα δεν αποτελεί μόνιμη και διαρκή ανάγκη και έχει αναθέσει τη δουλειά σε συμβασιούχους, που πριν από λίγα χρόνια είχε προσλάβει ειδικά για την καθαριότητα μόνιμο προσωπικό το οποίο δεν ξέρω πού έχει χαθεί, που επίσης πριν από λίγα χρόνια είχε αγοράσει ειδικά μηχανήματα για να καθαρίζει τα μονίμως βρώμικα πεζοδρόμια (αν και εγώ που ζω και δουλεύω στην Αθήνα δεν τα έχω δει ποτέ και πουθενά), που όλα τα είχε η Μαριορή ο φερετζές της έλειπε εμφανίστηκαν και οι κηποτεχνικοί του Δήμου και κλαδέψανε και τις μουριές και πλέον στα πεζοδρόμια έχουμε σκουπίδια και feuilles mortes που δεν se ramassent a la pelle, όλοι εσείς λοιπόν δεν θα χρειαστεί να πάτε τα σκουπίδια σας βόλτα μακρυά. Γιατί, τι άλλο θα τα κάνετε τα σκουπίδια σας αν δεν τα πάτε βόλτα; Εμείς μέχρι στιγμής έχουμε πετάξει σκουπίδια στο Παλαιό Φάληρο, στο Νέο Ψυχικό και σήμερα λέμε να πάμε στου Παπάγου.
Αλλά δεν παραπονιόμαστε! Σιγά μην παραπονεθούμε για λίγα σκουπίδια. Επί σειρά ετών είχαμε το ψηλότερο Χριστουγεννιάτικο δέντρο της Ευρώπης!

Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2009

Νεολογισμοί και φιλοσοφία

Κοίτα να δεις τι έγινε:
Γράφει κάποιος σε ένα μπλογκ κάτι, γράφει κάποιος κάτι άλλο, λέω στον μεν και στον δε "κοίτα κι εκείνο" και νομίζω ότι δεν συνεννοήθηκαν. Αλλά μπορεί να μην έχω συνεννοηθεί εγώ με κανέναν (πράγμα εύκολο). Για να μην γράψω λοιπόν σχόλια-σεντόνια στον μεν και στον δε, γράφω εδώ τα δικά μου.

Νεολογισμός είναι μία λέξη (ή φράση) που δημιουργείται για να καλύψει μια νέα ανάγκη έκφρασης μιας έννοιας. Υποχρεωτικά λοιπόν, όταν δημιουργείται ορολογία, δημιουργούνται νεολογισμοί.
Αυτό με κανέναν τρόπο δεν αμφισβητεί την επιστήμη (η οποία σε κάθε περίπτωση χρειάζεται τους νέους όρους για να προχωρήσει - η νέα σκέψη οδηγεί σε νέους όρους), ούτε βέβαια και την επιστημονική εγκυρότητα των νέων όρων (αυτό είναι δουλειά του επιστήμονα).
Οι νεολογισμοί όμως, όπως κάθε τι νέο, μπορεί να προκαλέσουν αντιδράσεις ή, στην πιο ήπια μορφή τους, προβλήματα κατανόησης. Και ενώ οι περισσότεροι μπορεί να μην νοιάζονται για τους νεολογισμούς στην κβαντομηχανική, μπορεί να νιώθουν ότι τους αφορούν οι νεολογισμοί στον ευρύτερο χώρο των ανθρωπιστικών επιστημών (εδώ δεν θα αναρωτηθούμε γιατί, απλώς βλέπουμε ότι πολλοί περισσότεροι είναι αυτοί που έχουν ενδιαφερθεί να διαβάσουν/καταλάβουν μια όποια εισαγωγή στη φιλοσοφία, παρά π.χ. τη θεωρία της σχετικότητας).

Το ερώτημα λοιπόν που τίθεται είναι: σε ποιο βαθμό ο επιστήμονας θέλει να γίνει κατανοητός από το ευρύτερο κοινό; Τον νοιάζει; Ή μήπως απευθύνεται μόνο στους "μυημένους"; Και ακόμα κι αν δεχτούμε ότι ο επιστήμονας πρέπει να είναι σε ένα βάθρο και να τον βλέπουμε εμείς από κάτω με το στόμα ανοιχτό (είτε γιατί τον θαυμάζουμε, είτε γιατί δεν καταλαβαίνουμε τι λέει - αλλά εκεί τον θέλουμε τον πατέρα-επιστήμονα), οι "μυημένοι" δεν πρέπει να βοηθήσουν το ευρύτερο κοινό να καταλάβει; Ή επιδιώκουν να αποτελούν μέλη μιας ελίτ που κατέχει το θέμα; (Και εδώ συγχαίρω αυτόν που γράφει: "ό,τι απορία έχεις -ρώτα".)

Έρχομαι όμως στην αφορμή, που δεν ήταν άλλη παρά μια εκπομπή της κρατικής τηλεόρασης, όπου οι προσκεκλημένοι μιλούσαν μεταξύ τους, χρησιμοποιώντας ορολογία που καταλάβαιναν μόνο ελάχιστοι. Δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει κάτι τέτοιο και δεν παίζει ρόλο σε ποια εκπομπή αναφέρομαι, ούτε για τι μιλούσαν (που φυσικά και παίζει ρόλο, αλλά δεν είναι αυτό το ζητούμενο). Το ερώτημα είναι σε ποιον απευθύνονται; Αν η τηλεόραση, ως λαϊκό μέσον ενημέρωσης, καταφέρνει να απομακρύνει το ευρύτερο κοινό από την όποια επιστήμη, τότε πώς θα έρθει η επιστήμη κοντά στον ανοιχτόμυαλο και πρόθυμο άσχετο; Με άλλα λόγια, πώς θα κεντριστεί το ενδιαφέρον του ευρύτερου κοινού;
Μήπως αυτή η σοβαρότητα (ή επίφαση σοβαρότητας - μπορείτε να το κρίνετε μόνοι σας) τελικά βλάπτει την επιστήμη, τη συζήτηση και τη σκέψη;

Πέμπτη, 3 Δεκεμβρίου 2009

Η1Ν1

Νέα κρούσματα σε όλη την Ελλάδα! Το δικό σας σχολείο λειτουργεί ή έκλεισε λόγω γρίπης; Άρχισε ο εμβολιασμός του γενικού πληθυσμού. Ανεύθυνοι οι γιατροί που δεν προτρέπουν όλον τον κόσμο να εμβολιαστεί πάραυτα! Άλλος ένας πέθανε από τη νέα γρίπη! Η πανδημία χτυπάει και τους παιδότοπους!

Προχθές ήμουν σε ένα παιδικό πάρτυ με την κόρη Β και όλοι μιλούσαν για τη νέα γρίπη. Τα παιδικά πάρτυ είναι γενικώς δύσκολα για κάποιους γονείς. Εγώ είμαι μεταξύ αυτών. Συνήθως δεν έχω τι να πω και πολύ συχνά δεν καταλαβαίνω τι λένε οι άλλοι. Έτσι λοιπόν συνηθίζω να φοράω το χαμόγελο της Τζοκόντα και να κουνάω το κεφάλι. Πολλές φορές μάλιστα βοηθάω τη μαμά να σερβίρει, μαζεύω τα πιάτα, παίζω με τα παιδιά, η καλή νοικοκυρά είναι δούλα και κυρά ένα πράγμα. Και έτσι αποφεύγω τις συζητήσεις και όλοι περνάμε καλά. Όταν λοιπόν με ρώτησαν (μα γιατί με ρωτάνε;) αν φοβάμαι για τη νέα γρίπη, απάντησα ότι φυσικά και φοβάμαι για τη νέα γρίπη, αλλά περισσότερο ακόμα φοβάμαι για την οικονομία. Και όλοι έσπευσαν να συμφωνήσουν μαζί μου και να πουν ότι είναι πολύ δύσκολα τα πράγματα και αναρωτήθηκαν πώς είναι δυνατόν να ζουν τόσοι άνθρωποι με μισθούς πείνας. Και πάνω που ετοιμαζόμουν να χαρώ που γύριζε η κουβέντα, διαπίστωσα ότι γύρισε όντως προς Αθηνών Αρένα μεριά και τις πλαστικές της Βίσση.

Το ξέρω ότι κάτι δεν κάνω καλά, απλώς δεν έχω βρει ακόμα τι.

Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2009

Σαββατοκύριακο στο Βελιγράδι

Όσες φορές φύγατε για ένα σαββατοκύριακο, σκεφτήκατε ποτέ ότι θα μπορούσατε να πάτε στο Βελιγράδι; Εμείς ενθουσιαστήκαμε με την προσφορά της νέας Ολυμπιακής και πήραμε εισιτήρια με 1 ευρώ το άτομο (+ τους φόρους, που όμως αν δεν ταξιδέψεις επιστρέφονται, οπότε το μόνο που θα χάσεις αν δεν ταξιδέψεις τελικά είναι το 1 ευρώ το άτομο).

Στο Βελιγράδι δεν είχαμε ξαναπάει και δεν είχαμε συγκεκριμένη άποψη για το τι θα μπορούσαμε να περιμένουμε. Θα γράψω λοιπόν την πραγματική, αντικειμενική και αμερόληπτη αλήθεια, χωρίς φόβο και πάθος!
1. Ο κεντρικός πεζόδρομος του Βελιγραδίου θα μπορούσε να είναι στη Βιέννη. Έχει καταστήματα, εστιατόρια, καφέ (από 'μοντέρνα', μέχρι εκείνα τα μεγάλα που έχουν παντού ξύλο και θυμίζουν περασμένα μεγαλεία, σαν το Ζόναρς πριν την ανακαίνιση).
2. Το καλντερίμι με τα παραδοσιακά εστιατόρια κ.λπ. (τύπου Πλάκας) ικανοποιεί όλα τα γούστα - αν και το πολύ ακορντεόν εμένα με κουράζει και σε αρκετά σημεία ο δρόμος έμοιαζε βομβαρδισμένος.
3. Το φαγητό τους είναι τέλειο, με πολλές ομοιότητες με την ελληνική κουζίνα. Μπορείς να φας πολύ καλά και φθηνά ακόμα και σε μαγαζάκια που δεν γεμίζουν καθόλου το μάτι. Τα κρέατα και τα ψάρια ήταν γενικότερα ελαφρώς μαριναρισμένα και καλοψημένα, κυκλοφορούν ευρέως τουρσιά και πιπεριές Φλωρίνης σε διάφορες μορφές, στα δε γλυκά τους περιλαμβάνονται οι μπακλαβάδες, οι τουλούμπες και τα κουρκουμπίνια. Έχουν και πολλά και διάφορα με φρούτα του δάσους (από αυτά που δεν ξέρω καν πως λέγονται στα ελληνικά, αλλά στα αγγλικά είναι λέξεις που τελειώνουν σε -currant και -berry).
4. Τα ποτά είναι φθηνά. Υπάρχουν πολλά μπαρ για όλα τα γούστα και γενικώς ο κόσμος βγαίνει. Αν και το τοπικό τσιπουροειδές ποτό εμένα δεν μου άρεσε.
5. Οι Σέρβοι είναι ψηλοί και ωραίοι. Απ' ό,τι λέει ο σύζυγος, το ίδιο ισχύει και για τις γυναίκες, αλλά δεν μπορώ να πω ότι τις παρατήρησα κιόλας.
6. Τα κτήρια είναι παλιά και η εύρεση καλού και φθηνού ξενοδοχείου στο κέντρο είναι μάλλον αδύνατη. Γενικότερα τα παλιά κτήρια της πόλης δεν έχουν συντηρηθεί επαρκώς (και αυτό φαίνεται παντού).
7. Η γενική εντύπωση ήταν πολύ θετική. Οι άνθρωποι είναι ωραίοι, ευχάριστοι, χαμογελαστοί και είχαν όλη την καλή διάθεση να συννενοηθούν μαζί μας ακόμα κι όταν δεν μπορούσαμε να επικοινωνήσουμε σε καμία γλώσσα - δεν δείχνουν γκρινιάρηδες, αυτό το στυλάκι που σε κάνει να μιζεριάζεις σε άλλες περιοχές του κόσμου.
8. Για φαγητό δεν πληρώσαμε πάνω από 10 ευρώ (και για τους δύο) σε μαγαζιά τύπου ταβέρνας. Ο καφές και η μπύρα έχουν από 1 έως 2 ευρώ. Οι τιμές στα ξενοδοχεία είναι τσιμπημένες (γι' αυτό που προσφέρουν πάντα) και οι τιμές στις βιτρίνες για ρούχα/παπούτσια είναι αντίστοιχες με της Αθήνας.
9. Η πόλη είναι φιλική. Υπάρχουν διαβάσεις για καροτσάκια (αν και πολλά κτήρια έχουν σκάλες), υπάρχουν σούπερ μάρκετ ανοικτά 24 ώρες και πολλά μαγαζιά λειτουργούν κανονικά και την Κυριακή.
10. Πολλά λεωφορεία γράφουν στο πλάι "Donation from the people of Japan" και έχουν τις δύο σημαίες. Γιατί μπορεί να γράφω για τη Σερβία, αλλά πρέπει να μιλήσουμε και για το σημαντικότατο φιλανθρωπικό έργο της Ιαπωνίας.
11. Οι (ορθόδοξες) εκκλησίες τους ήταν αρκετά διαφορετικές από τις δικές μας. Δεν υπήρχαν καρέκλες, τα κεριά καίγονταν μέχρι τέλους, ήταν τίγκα στον κόσμο αλλά κανείς δεν μιλούσε, οι πιστοί έκαναν τρεις σταυρούς με μετάνοια πριν φιλήσουν τις εικόνες, αρκετοί φιλούσαν την πόρτα της εκκλησίας μπαίνοντας μέσα και οι εικόνες ήταν αρκετά διαφορετικές με αυτές που υπάρχουν στις δικές μας εκκλησίες (δεν ακολουθούσαν δηλαδή πιστά το μοντέλο της βυζαντινής αγιογραφίας που βλέπουμε εμείς). Α, μην το ξεχάσω, είδαμε και αρραβώνα, μέσα στην εκκλησία.
12. Να πάτε, να πάτε, αλλά να προτιμήσετε την άνοιξη. Την Κυριακή έβρεχε από τα ξημερώματα μέχρι νωρίς το βράδυ και ήταν μάλλον θλιβερά. Μετά σταμάτησε η βροχή και όλοι ξεχύθηκαν στους δρόμους και ήταν σαν γιορτή.
13. Η Ελλάδα είναι μια οικονομική υπερδύναμη. Μπορεί να μην το ξέρετε, αλλά φτάνοντας στο αεροδρόμιο, το πρώτο πράγμα που βλέπετε είναι μια τεράστια ταμπέλα που λέει Eurobank, μέσα στο αεροδρόμιο αλλάζετε χρήματα στην Alpha Bank, φτάνοντας στην πόλη βλέπετε την Πειραιώς, μετά την Εθνική και την Μαρφίν. Αν και η Alpha πρέπει να έχει περισσότερα καταστήματα από όλες τις άλλες τράπεζες.
14. Όλοι μας περνούσαν για ντόπιους. (Και μάλλον θα σκέφτονταν "πώς βγήκαν έτσι κοντοί αυτοί;").

Καλά ταξίδια!

Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2009

Δεν μου αρέσει ο Cave

Κάτι δεν πάει καλά γιατί διαρκώς άλλα θέλω να γράψω και άλλα γράφω. Σήμερα όμως έκανα την υπέρβαση και παραδέχθηκα δημοσίως ότι δεν μου αρέσει ο Cave. Πέρα λοιπόν από το τι γράφω σε ένα σχόλιο, το θέμα είναι μεγάλο και πρέπει να εξηγηθώ.

Αρχικά να θέσουμε το πλαίσιο. Έχουμε μια μαθήτρια γυμνασίου τη δεκαετία του '80 που δεν της αρέσει η Madonna. Και αυτό είναι κάτι πολύ συγκεκριμένο γιατί μιλάμε για μια εποχή που σχεδόν όλες όχι απλώς άκουγαν Madonna, αλλά και προσπαθούσαν να της μοιάσουν. Ποιοι δεν άκουγαν Madonna; Κάτι σπασικλάκια που δεν άκουγαν τίποτα, κάτι αγόρια που ήξεραν μόνο από atari και οι αμίλητοι. Τι έκανε λοιπόν αυτή η κοπέλα; Παρέα με τους αμίλητους (που κάθε άλλο παρά αμίλητοι ήταν) οι οποίοι ήξεραν τους Pink Floyd και άλλα 'παλιά' συγκροτήματα (τους Who!), τον Bowie, τους U2, τους Cure, τους Smiths. Κάπου εκεί μπήκε στην παρέα η Siouxsie, ο Cave και σιγά σιγά μεγάλωσε ο κύκλος των μονίμως ντοπαρισμένων τραγουδοποιών με πολλούς άλλους.

Τώρα να διευρύνουμε το πλαίσιο. Μαθητές, που τρέχαμε από το σχολείο στο σπίτι για φαγητό, ακούγαμε Άκη Έβενη και όχι Πετρίδη γιατί την ώρα του Πετρίδη είχαμε αγγλικά ή κάτι συναφές, που βγαίναμε ελάχιστα και μόνο το Σάββατο και τσακίζαμε το τηλέφωνο μέχρι να μας το πάρουν οι γονείς μας από τα χέρια με φωνές. Λεφτά για δίσκους δεν είχαμε, οπότε όποιος αγόραζε δίσκο, τον γράφαμε σε κασέτες και τις ακούγαμε τόσες χιλιάδες φορές που τις λιώναμε. Και τι άλλο κάναμε; Προσπαθούσαμε να μάθουμε τα λόγια - και στην πορεία μαθαίναμε αγγλικά.

Και εξηγώ τι σημαίνει μαθαίναμε αγγλικά (με ό,τι μου έρχεται στο μυαλό τώρα):
"If I had a photograph of you, something to remind me, I wouldn't spend my life just wishing": If + αόριστος -- would + απαρέμφατο.
A flock of seagulls, a pack of wolves, a herd of cows...
I can't escape myself: το can συντάσσεται με γυμνό απαρέμφατο.
Και πάει λέγοντας. Για να μην αναφερθούμε στο λεξιλόγιο (αν δεν υπήρχαν οι Smiths εγώ δεν θα ήξερα ποια ήταν αυτή η Joan of Arc και φυσικά ακόμα θυμάμαι το σοκ που περάσαμε όταν συνειδητοποιήσαμε τι έλεγε η Siouxsie στο melt).

Και διευρύνουμε λίγο ακόμα το πλαίσιο. Τον καιρό εκείνο τον παλιό υπήρχε ένα εξωτικό μέρος που λεγόταν Δυτικό Βερολίνο. Τι Μαλδίβες και Σεϋχέλλες! Το Βερολίνο ήταν ό,τι πιο εξωτικό υπήρχε, άσχετα που κανένας μας δεν είχε πάει. Άρα και οι καλλιτέχνες που περνούσαν από εκεί ήταν κάτι σαν θεοί. Ο Cave ήταν μεταξύ αυτών (και αν δεν κάνω λάθος εξακολουθεί να έχει σπίτι στο Βερολίνο). Την πρώτη φορά που άκουσα Cave δεν μου άρεσε. Ένας φίλος λοιπόν ανέλαβε να με μυήσει. Δεν θυμάμαι πόσες φορές είχα ακούσει το Mr Clarinet, θυμάμαι όμως ότι τα λόγια τα έμαθα μέσα σε μία ημέρα χωρίς να χρειαστεί να τα γράψω. Και μου άρεσαν, αλλά το τραγούδι εξακολουθούσε να μην μου αρέσει (αποδεικνύεται περίτρανα ότι δεν πετυχαίνει πάντα η υπνοπαιδεία). Μόνο που τότε ντρεπόμουν να το πω γιατί ήταν αδιανόητο να μην μου αρέσει ο Cave.

(Σε αυτό το σημείο η κολλητή που περίμενε έξω από το Ρόδον να τον δει να βγαίνει για να μπει σε ταξί και να πει "ακολούθησε αυτό το αυτοκίνητο" και να βρεθεί σε ταβέρνα στο Παγκράτι είναι που διαβάζει και βγάζει φλύκταινες.)

Φυσικά, πολλά χρόνια αργότερα και ύστερα από αρκετές ακόμη απόπειρες (γιατί πρέπει να παραδεχτώ ότι το προσπάθησα), όταν έμαθα για το σεμινάριο ποίησης στη Βιέννη ήθελα να τρέξω να το παρακολουθήσω, όχι γιατί θα ήθελα κάποια στιγμή στη ζωή μου να γράψω ποίηση (αν είναι ποτέ δυνατόν, εγώ!) αλλά για να ακούσω αυτή τη φωνή να χρησιμοποιεί τα λόγια που χρησιμοποιεί και να μιλάει για ποίηση. Γιατί, για να δανειστώ τα λόγια του motorcycle boy, για μένα μιλάει.

Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2009

Μετριοφροσύνη και νεύρα

Προχθές τρώγαμε διάφοροι άνθρωποι παρέα και έμαθα ότι μία εκ των συνδαιτημόνων βραβεύτηκε σε έναν διαγωνισμό στίχου. Συγχαρητήρια, είπαμε όλοι. Ε, καλά, δεν είναι τίποτα, άστο τώρα αυτό το θέμα, απάντησε εκείνη. Το ψιλοαφήσαμε.
Την άλλη μέρα στο γραφείο, μου λέει η συνάδελφος ότι κάποιος την ανέφερε ως γνωστή βιβλιοκριτικό. Είπε μάλιστα ότι θα κρατήσει το απόσπασμα, θα το βγάλει φωτοτυπίες και θα το μοιράζει σαν ανέκδοτο.
Γιατί βρε παιδιά; Στην πρώτη περίπτωση, η στιχουργός (που δεν είναι στιχουργός) έστειλε τους στίχους της και κάποιοι τους διάβασαν και τους βρήκαν καλούς. Μπράβο! Στην δεύτερη περίπτωση, η βιβλιοκριτικός (που δεν είναι βιβλιοκριτικός) δημοσίευσε 1-2-3-10 βιβλιοκριτικές που κρίθηκαν καλές. Πάλι μπράβο!
Κάντε μου λοιπόν την χάρη και οι δυο σας και χαρείτε με τις χαρές σας. Αφήστε τις μετριοφροσύνες γι' αυτούς που δεν έχουν ούτε μέτρο ούτε φρόνηση και χαρείτε μαζί με τους ανθρώπους που χαίρονται στις χαρές σας. Και να με ακούτε εμένα γιατί εγώ πάντα ξέρω τι λέω (και ως γνωστόν μου την σπάνε εκείνοι που νομίζουν ότι τα ξέρουν όλα).
Και το κυριότερο είναι αυτά τα λέω σήμερα, που μόλις έμαθα ότι με πηδήξανε στις προαγωγές και έγιναν τα νεύρα μου κοτσίδες. Άντε μην τα πάρω κιόλας.

Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου 2009

Κάνε παιδιά να δεις καλό

- Έλα αγάπη μου να ντυθούμε να πάμε στο σχολείο.
- Δεν μποώ - είμαι γέος.
- Γέρος ή γριά;
- Γιά.
- Όμορφη γριά ή άσχημη γριά;
- Όμοφη γιά.
- Πολύ γριά ή λίγο γριά;
- Πολύ γιά.
- Σαν ποια;
- Σαν τη μαμά.
...
Ντυθήκαμε και βγήκαμε στο βρεγμένο δρόμο και, όπως πάντα, πηδήξαμε χαντάκια, αγκαλιαστήκαμε σε φράχτες και ανεβοκατεβήκαμε όλες τις ράμπες της γειτονιάς. Σε μία ράμπα, η κόρη που πήγαινε μπροστά κρατώντας το χέρι μου γλύστρησε και έπεσε, παρεσέρνοντας κι εμένα. Προκειμένου να μην την λιώσω, πήδηξα από πάνω της. Στα κλάσματα δευτερολέπτου που πετούσα πάνω από το παιδί μου σκέφτηκα "είδες σάλτο η γριά;", αλλά μετά προσγειώθηκα και τώρα, εκτός από το γόνατο, πονάει και η μέση.
Βρε μπας και είχε δίκιο η μικρή;

Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2009

Κολοκυθόσουπα αφιερωμένη στον Γιάννη

Την ώρα που κάποιοι μοίραζαν εκλογικές έδρες, κάποιοι άλλοι μοίραζαν κολοκύθες. Μετά τη μοιρασιά δημιουργήθηκε το ερώτημα που καίει τους πάντες: και τώρα τι; Οι παρευρισκόμενοι κινήθηκαν προς διάφορες κατευθύνσεις που κάλυπταν ολόκληρο το φάσμα των επιλογών, για να βρεθεί τελικά ένας να πει "η κολοκυθόσουπα ακούγεται πιο ενδιαφέρουσα".

Ας μην χρονοτριβούμε λοιπόν. Ανεβάζουμε τα μανίκια και πάμε.

Σε μια κατσαρόλα βάζουμε λίγο βούτυρο και σωτάρουμε 1-2 πράσσα κομμένα ροδέλες (αντί για πράσσο μπορούμε να βάλουμε κρεμμύδι, εξαρτάται από τις γεύσεις που προτιμάει ο καθένας). Όταν ροδίσουν ρίχνουμε ένα ποτηράκι λευκό κρασί, 2-3 ποτήρια ζωμό (ή νερό και έναν κύβο, ή σκέτο νερό), προσθέτουμε την κολοκύθα που την έχουμε καθαρίσει και κόψει σε κύβους, αλατοπιπερώνουμε και προσθέτουμε λίγο κύμινο ή κάρυ (προσοχή στα μυρωδικά αν έχετε βάλει ζωμό ή κύβο).

Αφού σιγοβράσει και μαλακώσουν οι κύβοι της κολοκύθας (το πολύ κανένα μισάωρο), αδειάζουμε το περιεχόμενο της κατσαρόλας στην μουλινέτα και το πολτοποιούμε. Παίρνουμε μπέηκον (εγώ προτιμώ σε κύβους, αν εσείς θέλετε σε φέτες εμένα δεν με πειράζει) και το βάζουμε στην κατσαρόλα με λίγο βουτυράκι να μαλακώσει, αλλά όχι να τσιγαριστεί (η φωτιά δεν πρέπει να είναι δυνατή για να μην αρπάξει). Κατόπιν προσθέτουμε το πολτοποιημένο μίγμα και το ξαναβάζουμε λίγο στη φωτιά.

Τώρα είναι η ώρα για τις μεγάλες αποφάσεις:
  • Ή θα προσθέσετε κρέμα γάλακτος, που μπορεί να είναι με τα λίγα λιπαρά, αλλά σε κάθε περίπτωση η σούπα θα γίνει πιο πηχτή, πιο παχυντική και πιο γευστική.
  • Ή θα προσθέσετε λίγο γάλα, που θα γίνει πιο ελαφριά και στην υφή και στη γεύση της.
  • Ή δεν θα προσθέσετε τίποτα στην κατσαρόλα, αλλά θα βάλετε μια κουταλιά γιαούρτι στο κάθε πιάτο στο σερβίρισμα. Το γιαούρτι πρέπει να είναι σακούλας, με μπόλικα λιπαρά (μην τολμήσετε να βάλετε λιγότερο από 10% λιπαρά) και μπορείτε να βάλετε από πάνω ένα φυλλαράκι δυόσμο. Μην σας κάνει εντύπωση το γιαούρτι. Σε αντίστοιχες συνταγές θα βλέπατε να προσθέτουν sour cream (που δεν βρίσκεις εύκολα στην Ελλάδα, αλλά εμάς μας αρέσει και το γιαουρτάκι μας).
  • Ή βέβαια θα την φάτε σκέτη.

Καλή όρεξη.

Παρασκευή, 9 Οκτωβρίου 2009

Families in dust

- Μαμά η καλύτερη τραγουδίστρια στον κόσμο είναι η Lady Gaga.
- Να σου βάλω λίγη Siouxsie ν' ακούσεις φωνή; (Και μην ακούω ... για Ladygages.)
- Είναι άγρια. (Άκου επιχείρημα!)
- Να σου βάλω λίγη Dolores που δεν είναι άγρια ν' ακούσεις φωνή;
- Την βαριέμαι. (Ε, όχι και την βαριέσαι κορίτσι μου, σπαστική να την πεις, βαρετή όμως...)
- Να σου βάλω λίγη Kate που είναι και του χαβαλέ ν' ακούσεις φωνή;
- Όχι, να μου βάλεις Lady Gaga. (Μα οι B52's δεν είναι αντικειμενικά καλύτεροι;)

Βάζουμε Lady Gaga. (Αυτό το ρημαδοyoutube μπορεί να διαλύσει οικογένειες.)

- Είδες τι κούκλα που είναι; Βρε μαμά, εμείς γιατί δεν ακούμε ποτέ Lady Gaga;
- Γιατί δεν την παίζει το ραδιόφωνο. (Είμαι έξυπνη, είμαι έξυπνη, χρόνια τώρα τέτοια λέω και με πιστεύουν.)
- Δεν φταίει το ραδιόφωνο βρε μαμά - ο σταθμός που ακούμε φταίει. (Βρε πώς μεγάλωσε αυτό το παιδί!) Πρέπει να βρεις ένα σταθμό που να παίζει και Lady Gaga. (Ίσως δεν έχετε προσέξει την μοναδική ατάκα που λέει η κουκλάρα μαμά Laureen Bacall στην σπαστική κόρη Barbra Streisand στην κατά τ' άλλα αδιάφορη ταινία ο καθρέπτης έχει δύο πρόσωπα, αλλά έτοιμη ήμουν να το πω: "I should never have encouraged you to speak".)
- Ξέρεις, μωρό μου, δεν διαλέγουμε τραγουδιστές μόνο για την εμφάνισή τους, πρέπει να έχουν ωραία φωνή και να λένε ωραία τραγούδια. (Αν δεν ήμουν αυτή που είμαι θα ήμουν δασκάλα.)
- Μα εμένα μου αρέσει η φωνή και τα τραγούδια της Ladys Gaga.
- Καλά τότε. (Κάποτε πρέπει να σταματήσουμε να μιλάμε για την κυρία.)
- Εσένα δεν σου αρέσει; (Μα γιατί επιμένει;)
- Τι να σου πω κορίτσι μου, εγώ προτιμώ άλλες, σαν αυτές που λέγαμε πριν.
- Την Madonna;
- Όχι ακριβώς.
- Την Britney Spears;
- Μπα, η Madonna είναι καλύτερη.
- Την Pink;
- E, αυτή είναι καλύτερη απ' όλες.
- Γιατί;
- Γιατί είναι άγρια.

Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2009

Χοιρινό passepartout

Άλλοι ζωγραφίζουν, άλλοι γράφουν, άλλοι παίζουν σκάκι, εγώ μαγειρεύω. Ό,τι βρω μπροστά μου και ό,τι μου καπνίσει. Αυτή η τακτική έχει οδηγήσει συχνά σε αποτυχίες (τις οποίες έχουν φάει με περισσή στωικότητα διάφοροι φίλοι) και έχει γεννήσει πολλές ιδέες. Η σημαντικότερη είναι τα φαγητά passepartout. Δηλαδή φαγητά που πάνε παντού και μπορούν να γίνουν χίλια μύρια άλλα (γιατί πρέπει να είμαστε πρακτικοί άνθρωποι). Σήμερα, για να ικανοποιήσω επιτέλους το αίτημα της κουμπάρας, θα ασχοληθούμε με το χοιρινό. Γευστικό, μαλακό και παρεξηγημένο.
Τι κάνουμε λοιπόν:
  • Παίρνουμε ένα κομμάτι χοιρινό μπούτι καθαρό (στο χοιρινό το λίπος φαίνεται, ο χασάπης μπορεί να μας το δώσει καθαρό και να μην φοβόμαστε τόσο τη χοληστερίνη), ας πούμε 1,5 κιλό, και ΔΕΝ το κόβουμε μερίδες.

  • Το πλένουμε, το σκουπίζουμε.

  • Βάζουμε στην κατσαρόλα λάδι και το αφήνουμε να ζεσταθεί.

  • Βάζουμε το κρέας στην κατσαρόλα και το αφήνουμε να κάνει τσιρτσιρτσιρ, αλλά όχι να καεί. Το γυρνάμε από την άλλη πάντα και το ξανααφήνουμε να κάνει τσιρτσιρτσιρ. (Σε αυτή τη φάση πιτσιλάει, οπότε μια μεγάλη πηρούνα είναι ό,τι πρέπει.)

  • Παίρνουμε ένα κονιάκ (δεν χρειάζεται να είναι Napoleon), μετράμε ένα φλυτζανάκι του καφέ και το ρίχνουμε στην κατσαρόλα.

  • Το αφήνουμε λίγο να εξατμιστεί, γυρίζουμε το μάτι στο 1/2 ή ό,τι άλλο έχουμε για χαμηλή φωτιά, σκεπάζουμε την κατσαρόλα και το ξεχνάμε.
(Κάνετε μπάνιο, ποτίζετε τις γλάστρες, διαβάζετε τα παιδιά, βλέπετε Λάμψη, εξετάζετε τις επιλογές σας στη ζωή και επιστρέφετε στην κατσαρόλα, η οποία όλη αυτή την ώρα μαγειρεύει σιγά σιγά το φαγητό σας. Αυτό που πρέπει να ξέρετε είναι ότι, ανάλογα με την κουζίνα σας, το φαγητό χρειάζεται γύρω στις δύο ώρες.)
  • Αν θέλετε το χοιρινό σας να είναι σκέτο, απλώς με ένα μυρωδικό, μην ξεχάσετε να το προσθέσετε στη φάση που χαμηλώσατε τη φωτιά. Συνήθως βάζουμε 2-3 φυλλαράκια δάφνη (αν και κάποιοι λένε ότι πικρίζει) ή λίγο φασκόμηλο (μην το θρυμματίσετε γιατί μετά θα θέλετε να το μαζέψετε και δεν θα μαζεύεται).

  • Αν θέλετε να φτιάξετε εορταστικό χοιρινό με δαμάσκηνα, ανοίγετε ένα πακέτο δαμάσκηνα χωρίς κουκούτσι και τα ρίχνετε μέσα στην κατσαρόλα ένα τέταρτο πριν σβήσετε τη φωτιά.

  • Αν θέλετε να φτιάξετε χριστουγεννιάτικο χοιρινό με κάστανα, παίρνετε τα βρασμένα και ξεφλουδισμένα κάστανα και τα ρίχνετε μέσα στην κατσαρόλα ένα τέταρτο πριν σβήσετε τη φωτιά.

  • Αν θέλετε να φτιάξετε κυριακάτικο χοιρινό με ελιές, παίρνετε τις ελιές (φροντίστε να μην είναι πικρές!) και τις ρίχνετε μέσα στην κατσαρόλα ένα τέταρτο πριν σβήσετε τη φωτιά.

Το χοιρινό θα βγάλει πολύ ζουμί (γι' αυτό και δεν χρειάζεται να προσθέσετε εσείς καθόλου νερό σε καμία φάση του μαγειρέματος) το οποίο μπορείτε να το χρησιμοποιήσετε ως εξής:
  • Σαν "ζωμό" για να φτιάξετε π.χ. πιλάφι (αυτό για εκείνους που τρώνε ρύζι με ρύζι).

  • Σαν βάση για να φτιάξετε σάλτσα με μουστάρδα και να την ρίξετε πάνω από το χοιρινό σας (παίρνουμε μισό φλυτζάνι από το ζουμί, ρίχνουμε μέσα 3-4 κουταλάκια μουστάρδα, το ανακατεύουμε, αν έχουμε πολύ ζουμί στην κατσαρόλα διαλύουμε λίγο κορν-φλάουρ και το προσθέτουμε κι αυτό.)

Αλλά δεν τελειώνουμε εδώ. Αν είναι μεγάλο το κομμάτι, μπορείτε να το κόψετε (στη φάση που είναι ακόμη χωρίς σάλτσες) και να φυλάξετε το μισό στην κατάψυξη. Έτσι αν φτιάξετε μια μέρα π.χ. φασόλια χάντρες, το βγάζετε από την κατάψυξη και όταν ξεπαγώσει το ρίχνετε μέσα στην κατσαρόλα για λίγο να πάρει μυρωδιά το ένα από το άλλο και είναι πάλι έτοιμο. Για να μην πούμε φυσικά ότι τρώγεται και κρύο, πηγαίνει με τουρσιά, πατατοσαλάτες, τυριά, γενικά σχεδόν τα πάντα και φυσικά μπορείτε να το χρησιμοποιήσετε για να φτιάχνετε σάντουιτς για το σχολείο ή τη δουλειά.


Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2009

Πρόβλημα

Ένας πολύ αγαπημένος μου φίλος είναι υποψήφιος βουλευτής.
Το καλό είναι ότι δεν ψηφίζω στην εκλογική του περιφέρεια και έτσι δεν μου ζητάει να τον ψηφίσω.
Το κακό είναι ότι ζητάει βοήθεια. Λογικό είναι, το ξέρω. Εγώ όμως δεν μπορώ, δεν θέλω, δεν μου πάει, δεν πιστεύω σ' αυτά, γενικώς δεν. Αλλά δεν θέλω να του πω ψέμματα και δεν θέλω να τον απογοητεύσω (εδώ τελειώνουν τα δεν).
Καμιά ιδέα;

Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2009

Σχολείο

Και όλοι εσείς που δουλεύετε στον ιδιωτικό τομέα να μην μας στέλνετε τα παιδιά σας άρρωστα. Αν έχουν 37 να τα κρατάτε στο σπίτι. Δεν θα αρρωστήσουμε όλοι επειδή δεν έχετε τι να τα κάνετε.

Έτσι μας καλωσόρισε ο διευθυντής του δημοτικού σχολείου, ο οποίος είχε την ευγενική καλοσύνη να μας ενημερώσει για τους τρόπους μετάδοσης της νέας γρίπης, και έτσι μπορέσαμε κι εμείς οι αδαείς να πληροφορηθούμε από υπεύθυνα χείλη ότι η νέα γρίπη δεν μεταδίδεται από παιδιά δημοσίων υπαλλήλων.

Τρίτη, 15 Σεπτεμβρίου 2009

Big in Japan

Από μικρό παιδί ήθελα να πάω στην Ιαπωνία. Τελικά έπρεπε να μεγαλώσω για να τα καταφέρω. Πρακτικά το πρόβλημα ήταν πάντα οικονομικό. Ευτυχώς όμως η Ελλάδα έγινε τόσο ακριβή που το ταξίδι στην Ιαπωνία έγινε πραγματικότητα.

Δεν θα γράψω πολλά επειδή είμαι προκατειλημμένη και κανένας δεν με πιστεύει όταν λέω ότι όλα ήταν τέλεια. Για να αποδείξω όμως πόσο αντικειμενικός παρατηρητής μπορώ να είμαι, θα γράψω τα αρνητικά/παράξενα που είδα στην Ιαπωνία.

1. Οι νεαρές κοπέλες φοράνε (σχεδόν όλες) μαύρο κολάν, από πάνω σορτσάκι ή φούστα, από πάνω μπλούζα, από πάνω γιλέκο ή ζακέτα, όταν η θερμοκρασία φτάνει τους 32 βαθμούς Κελσίου. Δεν τους πηγαίνει καθόλου. Άσε που οι μισές έχουν και στραβά πόδια. Από την άλλη, όσες είδα με φορέματα ήταν κούκλες (γιατί είναι σε γενικές γραμμές μινιόν και τους πηγαίνει).

2. Οι πολυκατοικίες είναι θλιβερές, γεγονός που προκαλεί εντύπωση σε μια χώρα όπου η παραδοσιακή αρχιτεκτονική έχει δημιουργήσει υπέροχα σπίτια, τα οποία έχουν διατηρηθεί σε μεγάλο βαθμό στα χωριά, ενώ οι ουρανοξύστες στις πόλεις είναι απίστευτα εντυπωσιακοί. Γιατί δεν δίνουν σημασία στο ενδιάμεσο μέγεθος, τις πολυκατοικίες, που είναι σχεδόν όλες σαν να τις πήρανε από τις χώρες του ανατολικού μπλοκ;

3. Απορία α: τα κτήρια δεν κολλάνε το ένα πάνω στο άλλο. (Να είναι μέσον προστασίας σε περίπτωση σεισμού ή μήπως για να κυκλοφορεί ο αέρας ή κάτι άλλο;)

4. Απορία β: δεν είδα σκιάχτρα στα χωράφια.

5. Στα περισσότερα καταστήματα ακουγόταν μουσική. Συνήθως ήταν ορχηστρικές εκτελέσεις beatles, abba, αλλά άκουσα και annie και μελωδία της ευτυχίας και διάφορα άλλα που δεν αναγνώρισα. Την πρώτη θέση στο τοπ-10 των ιαπωνικών τσαρτ καταλάμβανε μια κοπέλα που τραγουδούσε στα αγγλικά κάτι μεταξύ hi-5 και J.Lo. Οι υπόλοιποι τραγουδούσαν αγγλικά ή ιαπωνικά και έμοιαζαν με τον Νίβο ή την Kylie Minogue προ Cave. Και πάνω που είχα πιστέψει ότι ζω σε ένα άλλο σύμπαν, επισκεφτήκαμε Κυριακή μεσημέρι το κάστρο της Οσάκα, όπου στο προαύλιο μαζεύονταν τοπικά συγκροτήματα και έπαιζαν μουσική. Οι περισσότεροι έκαναν πρόβα με smoke on the water και should I stay or should I go (καλά, εντάξει, και coldplay που δεν μου αρέσουν και δεν θέλω να το γράψω, αλλά τουλάχιστον είναι αυτού του σύμπαντος).

Είδατε πόσα άσχημα μπορώ να γράψω;

Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2009

Super market culture

Μου αρέσουν πολύ τα σούπερ μάρκετ - κυρίως όταν δεν χρειάζεται να κάνω αγορές.
Η αγαπημένη μου κατηγορία είναι τα παντοπωλεία/χασάπικα/ταβέρνες 3 σε 1 που υπάρχουν σε πολλά χωριά. "Μια συκωταριά για το τηγάνι και ένα ΟΜΟ για έξω". Και φυσικά αυτού του τύπου τα παντοπωλεία δεν είναι ελληνικό προνόμιο. Μπορεί να μην έχουν πάντα συκωταριές αλλά, τουλάχιστον στην Ευρώπη, το κρασάκι σου και το αλλαντικό σου θα το βρεις.
Περιττό να πω ότι όταν πηγαίνω ταξίδι στο εξωτερικό επισκέπτομαι τουλάχιστον ένα σούπερ μάρκετ - γιατί, καλή η κουλτούρα, καλά τα μουσεία, καλές οι πινακοθήκες, αλλά καλό και να δεις τι κάνει ο κόσμος στον τόπο που επισκέπτεσαι.
Έτσι κατασοκαρίστηκα όταν είδα τις βιτρίνες χιλιομέτρων με κατεψυγμένα τρόφιμα στη Γαλλία (όχι τίποτε άλλο, απλώς μου χάλασαν την εικόνα που εσφαλμένα είχα σχηματίσει με όσα είχα διαβάσει για τη γαλλική κουζίνα), τα βάζα με τα έτοιμα βρασμένα και καθαρισμένα αυγά σε άλμη στην Αγγλία (μα καλά, δεν μπορούν να βράσουν ένα αυγό;), το μουρουνέλαιο στην Ισλανδία (θυμόσαστε το μουρουνέλαιο;), τον πράσινο κλειδωμένο μπουφέ με τα Κοράνια στα Εμιράτα (με ταμπελίτσα που ευγενικά ζητούσε να μην τα πιάνουμε), την απίστευτη ποικιλία βάζων μαρμελάδας στη Σουηδία (χρειάζονται χρώμα οι άνθρωποι;), τα βούτυρα και τα ουίσκια στην Ιρλανδία (what whiskey and butter cannot cure, there is no cure for), το φρέσκο γάλα σε πλαστικό σακουλάκι στην Ουγγαρία (με το που ανοίγεις το πλαστικό σακουλάκι πρέπει να έχεις δοχείο να βάλεις το υπόλοιπο γιατί αυτό το πράγμα δεν στέκεται) και πάει λέγοντας.
Ετοιμάζομαι λοιπόν να πάω για ψώνια.

Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2009

Το μεγάλο παιχνίδι

Εντάξει, κατάλαβα ότι δημιουργήθηκε σύγχυση με το αν υπάρχει ή δεν υπάρχει κράτος.
Ας το ξεκαθαρίσουμε λοιπόν.
Εννοείται ότι συμφωνώ απόλυτα με τον 'Ινδικτο και όλα όσα λέει στο "δεν υπάρχει κράτος" (αν και αυτό με την ξανθιά θα μπορούσαμε να το αλλάξουμε). Και ξέρω ότι θα συμφωνήσετε κι εσείς μαζί του ότι έτσι είναι τα πράγματα - αυτό βλέπουμε και αυτό ζούμε καθημερινά.
Το ξέρω ότι επαναλαμβάνομαι, αλλά το κράτος είμαστε εμείς. Αυτό είναι αξίωμα (έτσι δεν τα λέγατε εσείς οι πρωτοδεσμίτες;). Πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, αν εμείς είμαστε καλοί, το κράτος είναι καλό. Αν εμείς είμαστε σκάρτοι, το κράτος είναι σκάρτο. (Εδώ είμαστε.)
Εμένα όμως δεν μου αρέσει να είμαι σκάρτη. Πείτε το βίτσιο, πείτε το ό,τι θέλετε, αλλά δεν μου αρέσει.
Έτσι λοιπόν λέω ξεκάθαρα ότι δεν με ικανοποιεί αυτό το κράτος και νιώθω ότι δεν με αντιπροσωπεύει. Και, επειδή δεν είμαι άνθρωπος της βίας να βγω και να αρχίσω να τα σπάω, το μόνο που μπορώ να κάνω για να το δείξω είναι να μην ψηφίζω. Η αποχή μου από τις εκλογές είναι πολιτική επιλογή. Και, όσο ρομαντικό κι αν ακούγεται, πιστεύω ότι αν ήταν πραγματικά πολλοί αυτοί που δεν θα συμμετείχαν στις εκλογές, όλο και κάποιος θα βρισκόταν να το κάνει θέμα. Και λέγοντας "κάποιος" προφανώς δεν εννοώ αυτούς που άμεσα ή έμμεσα πληρώνονται από όσους στηρίζουν και ωφελούνται από αυτή την κατάσταση. Αλλά θα πρέπει να είναι πραγματικά μεγάλη η αποχή, κάτι το οποίο δεν έχει γίνει ακόμα.
Στις πρόσφατες εκλογές, όταν γινόταν σχετική συζήτηση, έλεγα σε όλους (που σημειωτέον γκρινιάζουν για το χάλι του κράτους) ότι δεν πρόκειται να ψηφίσω και τους εξηγούσα τους λόγους. "Δεν θέλω να παίζω πια αυτό το παιχνίδι. Μια μεγάλη αποχή θα μπορούσε να κινητοποιήσει δυνάμεις που αυτή τη στιγμή κοιμούνται γιατί νιώθουν ότι δεν έχουν σε ποιον να απευθυνθούν." Γιατί όμως όλοι λένε "δεν υπάρχει κράτος" και όλοι πάνε και το ψηφίζουν;

"Διαφθορά λέγεται αυτό" λέει η cleareaching. Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα.
Θα μου επιτρέψετε να διαφωνήσω.
Εγώ δεν έχω κλείσει ημιυπαίθριο, δεν έχω χτίσει αυθαίρετο, δεν έχω λαδώσει εφοριακό (και όλα αυτά τα λέω ειλικρινά). Αλλά υπάρχουν και χειρότερα: δίνω τη θέση μου στο λεωφορείο και όταν δεν έχω θέση σηκώνω άλλους για να κάτσει μια έγκυος, βοηθάω τις μαμάδες με τα καροτσάκια να ανέβουν στο λεωφορείο και περιμένω στις ουρές. Σε σεισμούς και χιονοπτώσεις δεν αδειάζω το σούπερ μάρκετ, δεν πετάω σκουπίδια στις παραλίες και ποτίζω τα δέντρα στο πεζοδρόμιο. Πολύ συχνά κάνω δώρο βιβλία και επίσης συχνά ανοίγω συζητήσεις για θέματα που κατά βάση δεν ενδιαφέρουν τους άλλους, μόνο και μόνο για να δείξω ότι υπάρχει και κάτι άλλο - αν τους ενδιαφέρει θα συνεχίσουν μόνοι τους. Ξέρω ότι από το σχολείο βγαίνουμε αμόρφωτοι, από το πανεπιστήμιο άσχετοι και στις δουλειές μας οι περισσότεροι καταλήγουμε να βιδώνουμε μια βίδα. Δεν περιμένω όμως να με βελτιώσουν οι άλλοι. Μόνη μου θα κάνω ό,τι μπορώ, θα διαδώσω τη γνώση που απέκτησα και θα κινητοποιήσω τα παιδιά μου έτσι ώστε να ψάχνουν, να μυρίζουν, να γυρίζουν και να μαθαίνουν. (Είναι προχωρημένη η κατάστασή μου γιατρέ;)

Και όσο χαιρέκακο κι αν ακούγεται (για ορισμένους) δεν μπορώ παρά να χαρώ όταν κάτι φίλοι, όταν τους επισκέφθηκε η εφορία για έλεγχο και βρέθηκαν παρατυπίες, προτίμησαν να πληρώσουν όλο το ποσόν και να μην πετύχουν έκπτωση λαδώνοντας τον εφοριακό (ο οποίος φυσικά ζήτησε φακελάκι για να το "κανονίσει", οι φίλοι έκαναν καταγγελία και ο εφοριακός μετατέθηκε). Οι περισσότεροι πιστεύουν ότι οι συγκεκριμένοι φίλοι φέρθηκαν ηλίθια. Εγώ πάλι νομίζω ότι έπραξαν σωστά.
Και δεν μπορώ να μην χαρώ όταν τον προηγούμενο μήνα ένας δικηγόρος από τον Πειραιά, όταν του ήρθε να πληρώσει την "έκτακτη εισφορά" έκανε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων.
Και κάτι ακόμα:
Πριν από χρόνια, στο φέρυ Κέρκυρα-Ηγουμενίτσα, γνώρισα έναν κύριο ο οποίος είχε αφήσει τους φίλους του στην Κέρκυρα, κατέβαινε στην Αθήνα για το Σαββατοκύριακο και μετά θα επέστρεφε στην Κέρκυρα και στην παρέα του. Όταν ρώτησα γιατί έπρεπε να διακόψει τις διακοπές του (διακόπτω τις διακοπές, καλό;) μου απάντησε ότι ήταν εθελοντής στην Πάρνηθα και ότι εκείνο το βράδυ είχε βάδρια (βραδυνή βάρδια, ωραία δεν τα λέω;;) και ότι θα περιπολούσε όλη τη νύχτα - αν έβλεπε φωτιά, δεν θα πήγαινε να την σβήσει, θα ειδοποιούσε την πυροσβεστική. Ο συγκεκριμένος άνθρωπος δεν ήταν υπάλληλος κανενός δήμου, ήταν μέλος ενός συλλόγου που εθελοντικά έκανε αυτή τη δουλειά. Δεν τους πλήρωναν τις βενζίνες στα αυτοκίνητα που πήγαιναν πάνω-κάτω, και εννοείται ότι δεν τους παραχωρούσαν ειδικά οχήματα, στολές ή ασυρμάτους. Ήταν ένας απλός άνθρωπος που μια φορά το μήνα έχανε τον ύπνο του για να κοιμάται ήσυχος τα υπόλοιπα βράδια. (Ίσως πάλι να είχε διαβάσει την Ασκητική γιατί τότε δεν υπήρχε ίντερνετ, οπότε δεν μπορεί να είχε διαβάσει τη Νατάσσα και το "Ν' αγαπάς την ευθύνη. Να λες: εγώ, εγώ μονάχος μου μπορώ να σώσω τη γης. Αν δεν σωθεί, εγώ φταίω".)

Υπάρχουν άπειρα παραδείγματα. Όλοι μπορούμε να κάνουμε πολλά, φτάνει να σταματήσουμε να παίζουμε το παιχνίδι.

ΥΓ Το θυμήθηκα από το "στη Γερμανία, μπλα μπλα" του Ίνδικτου
Μια φορά λοιπόν στο υπέροχο, μοναδικό, καταπληκτικό Βερολίνο, είχαμε πάει να πάρουμε ποτά και αναψυκτικά για ένα πάρτυ. Κουβαλούσαμε λοιπόν μπόλικα λίτρα και πήραμε το δρόμο της επιστροφής για το σπίτι που μας φιλοξενούσαν. Φανάρι. Κόκκινο για τους πεζούς. Γερμανοί σε άριστη παράταξη στα δύο πεζοδρόμια περιμένουν να γίνει πράσινο για να περάσουν. Πάμε κι εμείς, περιμένουμε, οι σακούλες πονάνε τα χέρια μας, ο δρόμος εντελώς άδειος. "Πάμε;" "Πάμε." Και περνάμε. Κυρία με άσπρα μαλλιά στο απέναντι πεζοδρόμιο αρχίζει να μας τα χώνει. "Μα καλά, τι έπαθε αυτή;" "Λέει ότι θα έπρεπε να ντρεπόμαστε γιατί δίνουμε το κακό παράδειγμα στα παιδιά που περιμένουν υπομονετικά να πρασινίσει το φανάρι."

Κυριακή, 23 Αυγούστου 2009

Πριν από δύο χρόνια κάηκε η Πάρνηθα

Για τους Αθηναίους η Πάρνηθα ήταν πάντα βουνό και δάσος. Ήταν εκεί που μας πήγαιναν οι γονείς μας κυριακάτικες εκδρομές, εκεί που πηγαίναμε όταν χιόνιζε, εκεί που κάναμε extreme sports (ανεβαίναμε στο τελεφερίκ). Σιγά σιγά η Πάρνηθα χτίστηκε και δεν είπαμε τίποτα. Και χτίστηκε από όλες τις πλευρές.
Μετά από τις πυρκαγιές στην Πάρνηθα διοργανώθηκε ένα συλλαλητήριο το οποίο δεν καπελώθηκε από κανένα κόμμα. Ήταν η πρώτη και μοναδική κοινωνικά ώριμη αντίδραση των Αθηναίων. Πήρα κι εγώ τις (δύο τότε) κόρες και πήγαμε. Σε κάποιο σημείο έγιναν ταραχές και κατευθυνθήκαμε προς τον εθνικό κήπο, όπου ήταν αρκετοί μαυροφορεμένοι με παιδιά. Κάπου δίπλα στα κρι κρι και τα παγώνια αρχίσαμε να μιλάμε, άγνωστοι μεταξύ αγνώστων, και όλες οι συζητήσεις κατέληγαν στο "τι κάνει το κράτος;"

Πριν από δύο χρόνια κάηκε και η Αρχαία Ολυμπία, που για εμένα ήταν πιο τραγικό. Ίσως φταίει το ότι ήμουν εκεί (μετά του συζύγου) και το ζήσαμε. Ακούστηκαν, και ακούγονται, πολλές θεωρίες για το ποιοι και γιατί ευθύνονται γι' αυτούς τους εμπρησμούς και όλες οι θεωρίες είναι η μία χειρότερη από την άλλη. Φαντάζομαι ότι όλοι θυμόαστε πως σε αυτές τις πυρκαγιές είχαμε πολλά θύματα. Εμείς σταθήκαμε τυχεροί: εγκαταλείψαμε την Ολυμπία άρον άρον, βρεθήκαμε με το αυτοκίνητο σταματημένοι στο δρόμο που μόλις είχε κλείσει γιατί η φωτιά είχε πηδήξει απέναντι και η αστυνομία μας συμβούλευε να γυρίσουμε πίσω, εμπρός φωτιά πίσω φωτιά, ακολουθήσαμε έναν γέρο με ένα τρακτέρ που μας πέρασε μέσα από κάτι χωματόδρομους για να βγούμε στην Αλφειούσα όπου οι κάτοικοι είχαν παραταχθεί δίπλα στο ποτάμι έτοιμοι να πέσουν μέσα για να γλυτώσουν. Είμαι ψύχραιμο άτομο, αλλά τολμώ να πω ότι τα χρειάστηκα. Όταν κάποια στιγμή βρεθήκαμε σε ασφαλές μέρος και άρχισε να φεύγει το άσπρο χρώμα από τα πρόσωπά μας, μιλήσαμε με τους γύρω μας που όλοι αναρωτιόνταν "τι κάνει το κράτος;"

Και τώρα καίγεται ο Μαραθώνας. Δεν θα ανοίξω την τηλεόραση γιατί ειλικρινά δεν θέλω να ακούσω κανέναν πολιτικό να λέει ότι "το κράτος κάνει ό,τι μπορεί" ή άλλον πολιτικό να λέει ότι "το κράτος ολιγωρεί", ούτε δημοσιογράφους να λένε "είμαστε μέσα στο μέτωπο της φωτιάς", ούτε να δείχνουν "την τραγική εικόνα της καταστροφής".

Ξέρω ότι όλοι αναρωτιούνται "τι κάνει το κράτος;" Και ξέρω ότι όλοι έχουν δίκιο να θέτουν αυτό το ερώτημα, αλλά εγώ θέλω να μάθω εμείς τι κάνουμε;

Σάββατο, 22 Αυγούστου 2009

Τρίχες

Έφτασε τελικά η ώρα να το παραδεχτώ: έχω πρόβλημα με τα κομμωτήρια και τις κομμώτριες. Ίσως φταίει το γεγονός ότι δεν μπορώ να καταλάβω πώς είναι δυνατόν να ασχολούμαστε τόσο πολύ με τρίχες. Ίσως πάλι είμαι απλώς παράξενη. Αλλά μπορούμε να το δούμε.

Περιστατικό 1
Όταν προ δεκαετίας μετακομίσαμε στη γειτονιά που μένουμε χάρηκα γιατί στο ισόγειο της πολυκατοικίας υπάρχει κομμωτήριο. Ωραίο, καθαρό, περιποιημένο.
- Καλημέρα, θα ήθελα να κλείσω ένα ραντεβού για κούρεμα αύριο το απόγευμα.
- Ωραία. Μόνο κούρεμα;
- Ναι.
- Ποιος θέλετε να σας αναλάβει;
- Δεν έχω ξαναέρθει, δεν ξέρω κανέναν συγκεκριμένο κομμωτή.
- Εντάξει, ας πούμε η κυρία Κατερίνα. Αααα, η κυρία Κατερίνα δεν μπορεί αύριο.
- Ας δούμε κάποιον άλλον.
- Ααααα, δεν υπάρχει κανένας διαθέσιμος αύριο το απόγευμα.
(φταίω εγώ που έφυγα;)

Περιστατικό 2
Σε άλλο κομμωτήριο, ωραίο, καθαρό, περιποιημένο της γειτονιάς, όπου κατάφερα να κλείσω ραντεβού εύκολα.
- Γεια σας, λέγομαι koumbara και έχω ραντεβού στις 5.
- Καλώς ήρθατε. Καφεδάκι;
- Όχι ευχαριστώ.
- Περιμένετε θα σας αναλάβει η κυρία Πόπη. (Τα κομμωτήρια είναι οι μόνοι χώροι που όλες είναι κυρίες.)
...
- Γεια σας, είμαι η κυρία Πόπη, θα έρθετε μαζί μου για λουσιματάκι;
... (τι είναι αυτό με τα υποκοριστικά;)
- Περάστε από εδώ θα σας αναλάβει η κυρία Πιπίτσα.
...
- Γεια σας είμαι η κυρία Πιπίτσα, πώς θα τα κάνουμε; (δεν θα τα κάνουμε, εσύ θα τα κάνεις, εγώ θα τα φοράω, αλλά τι να κάνω που είμαι λουσμένη και στάζω και δεν μπορώ να σηκωθώ να φύγω έτσι).
- Όπως είναι, απλώς λίγο πιο κοντά.
- Μήπως να τα κάναμε αλλιώς;
- Όχι, έτσι όπως είναι με βολεύουν.
- Μήπως να κάναμε λίγες ανταύγειες;
- Όχι.
- Βάζετε μάσκα;
- (Μα καλά, ποιος είμαι, ο Ζορό;) Όχι.
- Ποιος σας είχε κουρέψει την προηγούμενη φορά;
- Μία κομμώτρια.
- Δεν είχατε έρθει σε εμάς;
- Όχι.
- Α, τώρα που μας μάθατε θα σας κάνουμε σίγουρα μόνιμη πελάτισσα.
(- Ναι, τι ώρα;)

Περιστατικό 3
Σε ένα ήσυχο, μικρό, καθαρό κομμωτήριο της γειτονιάς, με έναν κουρέα και μία κομμώτρια μέσα

- Γεια σας, πότε μπορώ να έρθω για ένα κούρεμα;
- Και τώρα, αν θέλετε.
- Τέλεια. Θα μου τα κόψετε έτσι όπως είναι, απλώς λίγο πιο κοντά.
- Βεβαίως.
(Απίστευτο. Ένιωθα ότι άκουγα την Julie Andrews να τραγουδάει τη "μελωδία της ευτυχίας".)
- Τι δουλειά κάνετε, είσαστε παντρεμένη, έχετε παιδιά;
(Η ευτυχία κρατάει λίγο. Δίνω ξερές και μετρημένες απαντήσεις που να μην επιτρέπουν περαιτέρω σχολιασμό.)
- Τι, έχετε τρία παιδιά; Για να έχετε τρία παιδιά σημαίνει ότι έχετε πολλά λεφτά. Εμείς, κάθε μέρα εδώ με τον άντρα μου δουλεύουμε και μόνο ένα παιδί μπορέσαμε να κάνουμε. Πώς να κάνουμε άλλο παιδί; Πέθανε και η μάνα μου, ποιος θα το κρατάει;
- (Πολλά λεφτά δεν έχω, έναν κώ... που τον βάζω κάτω και δέκα δάχτυλα που βγάζουν φωτιές έχω, αλλά τέλος πάντων.) Αφού έχετε το κομμωτήριο μαζί με τον άντρα σας, γιατί δεν δουλεύετε με βάρδιες, ένας το πρωί και ένας το βράδυ, και έτσι θα κρατάτε το παιδί μια ο ένας και μια ο άλλος.
- Τι;;; Να κρατάει ο άντρας μου το παιδί;
(Έλα ντε, δικό του είναι;)

Περιστατικό 4
Καθαρό, πολύ μικρό κομμωτήριο στη γειτονιά, με μία κομμώτρια μέσα που τα κάνει όλα μόνη της. Το ραντεβού κλείστηκε αμέσως και ξεκινήσαμε.

- Είσαστε παντρεμένη;
- (μα καλά, δασκαλεμένες είναι να ρωτάνε τα ίδια;)
- Α, τυχερή είσαστε. Εγώ, που ήμουν δέκα χρόνια αρραβωνιασμένη και με παράτησε για μια ξένη, μια άσχημη, κοντή, χοντρή, και μετά βρήκα έναν άλλον, έναν αχρείο που ήθελε να μου φάει το σπίτι και μου έλεγε ότι μόνο εμένα ήθελε, αλλά το έμαθα εγώ, είχε και άλλη, έβαλα ντετέκτιβ να τον παρακολουθήσει και μου τα είπε όλα, χαρτί και καλαμάρι, αλλά ευτυχώς βρήκα το δικηγόρο της Αγγελοπούλου και μου άνοιξε τα μάτια, μου στοίχισε βέβαια, αλλά εξαιρετικός κύριος, με το αυτοκίνητό του, το κουστούμι του, τους τρόπους του, να είναι καλά που μου άνοιξε τα μάτια και το έσωσα το σπιτάκι μου, γιατί μεσολάβησε και το έδωσα αντιπαροχή και πήρα τρεις ορόφους, ξέρεις τι δουλειά είναι να έχεις τρεις ορόφους, μεγάλη τύχη σου λέω, ο Θεός τον έφερε στο δρόμο μου και τώρα με έχει πλησιάσει ένας νεαρός και δεν ξέρω αν με θέλει στ' αλήθεια ή αν θέλει τα λεφτά μου, πρόβλημα σου λέω και δεν ξέρω τι να κάνω, αλλά ευτυχώς εδώ στο κομμωτήριο τα μαθαίνω όλα και έχω πελάτισσες μεγάλες κυρίες και γιατρούς και δικηγόρους και εφοριακούς και ξέρω τι γίνεται στον κόσμο γιατί θα μου πεις τώρα που έχεις λεφτά γιατί δεν κλείνεις το κομμωτήριο, το ξέρω όλοι αυτό με ρωτάνε, αλλά εγώ λέω, δεν πειράζει να δουλεύω, έρχομαι σε επαφή με τον κόσμο, μου λένε τα δικά τους, μου ανοίγουν την καρδιά τους, μπορεί να έχω βγάλει κιρσούς, αλλά η χαρά που παίρνω όταν βοηθάω τον κόσμο δεν περιγράφεται, γιατί αυτό κάνω, βοηθάω τον κόσμο...

Υπάρχουν κι άλλα, αλλά λέω να μην σας κουράσω. Αν αρχίσω να κυκλοφορώ σαν την Ραπουντζέλ θα καταλάβετε ότι έφτασα στα όριά μου.

Πέμπτη, 20 Αυγούστου 2009

Γραπτός λόγος

- Πρέπει να γράψεις κάτι.
- Αφού δεν προλαβαίνω.
- Να προλάβεις. Τι θα πει δεν προλαβαίνεις;
- Θα πει δεν έχω χρόνο. Χρειάζομαι χρόνο.
(Time, it needs time, to win back your love again, μπα δεν μου κάνει, άσε που δεν μου αρέσει κιόλας, αν δεν το έπαιζε το ραδιόφωνο θα το είχα ξεχάσει εντελώς. Τι άλλο έχουμε σε time; Time heals - Peter Hammill, τέλειο, αλλά ούτε κι αυτό κάνει για την περίσταση. Τώρα εγώ γιατί σκέφτομαι το Modern Love;)
- Να βρεις χρόνο.
- Καλά, και πες πως τα κατάφερα. Τι να γράψω;
- Ό,τι νά'ναι. Αυτά που λέμε στο τηλέφωνο. Ό,τι σε ενδιαφέρει.
- Εμένα τώρα το μόνο που με ενδιαφέρει είναι πώς θα καπνίσω τις μελιτζάνες για το χιουνκιάρ μπεγιεντί...

Κάθισα λοιπόν και σκέφτηκα (γιατί όρθια δεν μπορώ να σκεφτώ, είναι σαν το "κάθισα και σκέφτηκα και είδα ότι μ' αγαπάς μόνο εσύ, μόνο εσύ ... γι' αυτό I'm gonna die for you" και όποιος μπορέσει να μου εξηγήσει τη λογική αυτού του τραγουδιού θα του πω μπράβο και θα του δώσω 10 points γιατί τα 12 points θα τα δώσω σε αυτόν που θα μου εξηγήσει το "you're my lover undercover") και κατέληξα ότι ίσως και να είμαι ιστολογικά ανάγωγη (να και ο νεολογισμός - δικός μου, μην μου τον κλέψει κανείς!). Γιατί, εντάξει με τους μπλογκερ που γνωριζόμαστε προσωπικά και μπορώ να τους αφήνω σχόλια (σπάνια, δεν λέω), αλλά με τους άλλους; Μάλλον, όπως λέει και η κουμπάρα-μπλόγκερ-νούμερο-δύο-με-χρονολογική-σειρά-κουμπαριάς-με-μπλόγκερ-καθώς-με-χρονολογική-σειρά-κουμπαριάς-γενικότερα-είναι-νούμερο-δεκαπέντε (a.k.a. mamma) - και έτσι τώρα καταλαβαίνετε γιατί la koumbara - απαιτείται ένας βαθμός έκθεσης (και ουχί μόνον ιδεών).

Δεν είπα και λίγα τελικά. Και, για να μην μένουν απορίες, οι μελιτζάνες καπνίζονται καλύτερα στο γκαζάκι.

Κυριακή, 12 Ιουλίου 2009

Χρονικογράφος ή σεναριογράφος;


Κάποιοι πιστεύουν ότι όλα ξεκίνησαν πριν από ενάμισι χρόνο, όταν η mamma γνώρισε τον island. Κάνουν λάθος. Κάποιοι άλλοι νομίζουν ότι όλα ξεκίνησαν όταν η mamma και ο island πήραν τη μεγάλη απόφαση να παντρευτούν (ήταν τότε που πήγαμε και πήραμε φορέματα που τελικά δεν βάλαμε, τρία ζευγάρια νυφιάτικα παπούτσια γιατί δεν μέναμε ικανοποιημένες και που στέλναμε δεξιά-αριστερά τραγούδια που ποτέ δεν ακούσαμε). Και πάλι κάνουν λάθος. Όλα ξεκίνησαν όταν η mamma έπεσε πάνω στον Μητσοτάκη τρεις μέρες πριν το γάμο και δεν έκανε ευχέλαιο.

Τίτλος έργου: "Και έσονται δύο εις σάρκαν μίαν"
Οι πρωταγωνιστές: Mamma και Island
Οι λοιποί συντελεστές: οι γονείς των πρωταγωνιστών, ο spy, το νατασάκι και οι άντρες της (ο Ιάκωβος και ο Ιωακείμ - που καμία σχέση, αλλά κάποιος που γίνεται 46 μεθαύριο είχε πιεί μάλλον περισσότερο από ό,τι του επιτρέπει η ηλικία του), ο blueprints, ο παύλος, η ρούλα, το κουκουβαγιόπαιδο που έμπαινε ανάμεσα στον κουμπάρο και τη mamma, η α που δεν έλεγε να φύγει από το πλάι μου και πολλοί άλλοι.
Οι παραγωγοί: La koumbara και ο συν-κουμπάρος (συγκούπαρος, αλλά μου κάνει σαν Σιγκαπούρη και προσπαθώ να το αποφεύγω).
Το έργο δεν είχε σκηνοθέτη, όπως άλλωστε μπορείτε να διαπιστώσετε από τα ακόλουθα που παρουσιάζονται με χρονική σειρά.

Στο σπίτι της μαμάς της mammas. Η mamma βάφεται και φτιάχνει μαλλί. Η κουμπάρα προσπαθεί να διατηρήσει τις δύο κόρες καθαρές (ενώ τρώνε παγωτό σοκολάτα) και ταυτόχρονα να ντυθεί και να βοηθήσει όπως μπορεί.
Mamma προς κουμπάρα:
"Φέρε ένα λιμοντσέλο".
...
"Refill".

Περίεργοι άνθρωποι προς κουμπάρα
"Πώς γνωριστήκατε με τη mamma;"
"Στο γυναικολόγο".
Κανείς δεν ζήτησε περισσότερες λεπτομέρειες.

Μαμά mammas προς κουμπάρα, την ώρα που η κουμπάρα διαπίστωσε ότι έχει αργήσει να πάει στην εκκλησία όπου έχει ραντεβού με τον συν-κουμπάρο για να κανονίσουν τα διάφορα με τον παπά και τρέχει να μαζέψει φούστες, κραγιόν, βούρτσες, παπούτσια και τις κόρες (όπου η μία θέλει να μείνει με τη νύφη και η άλλη θέλει να μείνει με τον γαμπρό -άλλον γαμπρό, όχι τον island).
"Θα πάρεις τον δίσκο;"
"Όχι, κουβαλάω όλα αυτά, έχω τα παιδιά και έχω αργήσει. Φέρτε τον εσείς καλύτερα τώρα που θα έρθετε".

Μαμά mammas προς mamma μέσα στην εκκλησία
"Mamma, πού είναι τα στέφανα;"
"Ρε μάνα, ρωτάς εμένα πού είναι τα στέφανα;"

Κουμπάρα προς συν-κουμπάρο
"Δεν είναι κάτω από το Ευαγγέλιο;"
"Για ρίξε μια ματιά - μόνο πρόσεχε μην πέσουν και οι βέρες και τις χάσουμε κι αυτές"

Κουμπάρα προς island
"Έλα να τραγουδήσουμε κάτι ευχάριστο"
"Τι;"
"Shiny happy people holding hands"
"Δεν ξέρω τα λόγια".
"Καλά, ας πούμε κάτι που ξέρεις: Ολυμπι, Ολυμπι, Ολυμπιακέ, ομάδα ομαδάρα μου..."

Island προς κουμπάρα
"Πάρε αυτό το μαντήλι και σκούπιζε τον ιδρώτα"

Κουμπάρος προς κουμπάρα στο Ησαϊα χόρευε
"Γιατί μας τρέχει τόσο; Νιώθω σαν Γιαπωνέζα γκέισα που αναγκάζεται να τρέξει με το κιμονό"

Κουμπάρα προς συν-κουμπάρο
"Τελειώσαμε; Τους παντρέψαμε;"
"Ναι"
"Δόξα τω Θεώ, τα καταφέραμε!"

Mamma προς κουμπάρα
"Γιατί σταθήκαμε εδώ να χαιρετήσουμε;"
"Δεν ξέρω. Εκείνος ο κύριος με το ακουστικό και το καρούμπαλο μας έφερε εδώ".

"Κουμπάρα άξια!" Σματς σμουτς.
...
"Ρε παιδιά η super nanny με βούτηξε από το πουθενά, με τράβηξε κάτω και με φίλησε. Ξέρει κανείς ποια είναι;"
"Η γιαγιά μου", είπε ο island.
(Άξια η γιαγιά dear island. Τι της δίνετε;)

Στο μπαρ
"Το σουφλέ ποιος το έφτιαξε;"

"Ρούλα τι πιστεύεις για τα σχολικά βιβλία;"
"Είναι επικίνδυνα"
"Ευχαριστώ, πάω να πιω κάτι ακόμα να ξεχάσω"

"Πώς την λένε εκείνη την ηθοποιό με την ισχυρή προσωπικότητα που έπαιζε σε ένα σήριαλ και τα είχε με έναν φούρναρη;"
???
"Δώσε κι άλλες πληροφορίες"
"Μία ηθοποιός με ισχυρή προσωπικότητα που έπαιζε σε ένα σήριαλ και τα είχε με έναν φούρναρη"
"Τη Βάνα Μπάρμπα εννοεί"
"Καλά, εσύ έτσι περιγράφεις τη Βάνα Μπάρμπα;"

O Ιωακείμ (είπαμε, λέμε τώρα) μοιράζει καθήκοντα και ο Παύλος συμμετέχει στη μοιρασιά:
"Εσύ θα φτιάξεις κόκορα με χοντρό μακαρόνι, εσύ θα φτιάξεις σουτζουκάκια σμυρνέϊκα"
"Εσύ θα φτιάξεις χταπόδι κρασάτο".
"Το κρασάτο μου πέφτει βαρύ. Να το κάνω τηγανιτό;"
"Πώς το κάνεις τηγανιτό;"
"Ας μην τα μπερδέψουμε. Ή κρέατα, ή ψάρια".
"Καλά, να φτιάξω γιαλαντζί;"
(Το πότε και πού δεν είπαμε, όλα τα άλλα τα έχουμε κανονίσει.)

"Παιδιά φεύγουμε. Είναι περασμένες 5 και είμαστε πολύ κουρασμένοι." Σματς σμουτς, χαρήκαμε, τα ξαναλέμε.
"Α, εμείς λέγαμε να πάμε στην αγορά για πατσά".
"Ε καλά, δεν είμαστε τόσο κουρασμένοι."

"Μην ξαναχαιρετηθούμε και ξαναφιληθούμε, δεν θα το αντέξω".

Βοήθειά μας (όπως έγραφε το Τ-shirt που έκανε δώρο ο spy στον island).

Δεν ξέρω για εσάς, εγώ είμαι εντελώς άυπνη, η μαγειρίτσα μου έπεσε πολύ βαριά, ο μηνίσκος μου με έχει τσακίσει, έχω χάσει μία φούστα (βρε mamma μήπως την άφησα στο σπίτι της μητέρας σου;), αλλά δεν θα άλλαζα τίποτα (εντάξει, εκτός από το μηνίσκο).

Παρασκευή, 22 Μαΐου 2009

μπλογκολογία

Ύστερα από ώριμη (λέμε τώρα) σκέψη, αποφάσισα ότι δεν διαθέτω ούτε το χρόνο ούτε τη συνέπεια που απαιτεί ένα μπλογκ. Γι΄αυτό ceci n'est pas un blog.