Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2010

Η δεκαετία του '80 σε συνέχειες (μέρος Α)

Τι έγινε τη δεκαετία του '80;
Τα πάντα. Τουλάχιστον για εμένα που η δεκαετία ξεκίνησε με ποδιές και σχολείο το Σάββατο και τελείωσε με καταλήψεις και «επιτρέπεται το κάπνισμα» στο πανεπιστήμιο.
Δεν θα ασχοληθώ με την πολιτική γιατί δεν με ενδιέφερε ιδιαίτερα. Πιο πολύ με ενδιέφερε να πείσω τους γονείς μου να βγω το Σάββατο και ακόμα περισσότερο να βγω με τον Μιχάλη και όχι με τη Μαρία.
Και τι θα κάναμε βγαίνοντας; Το πολύ πολύ να βολοδέρναμε στην Πλάκα ή να πηγαίναμε σινεμά. Γιατί αρχικά δεν είχαμε χρήματα για τίποτε άλλο και δεύτερον δεν υπήρχε τίποτε άλλο.
Όλα αυτά στις αρχές της δεκαετίας. Γιατί ο χρόνος, αδυσώπητος γαρ, προχώρησε και μας έφερε πολλά και διάφορα που όσο νά'ναι άλλαξαν τα δεδομένα. Στις αρχές μας έφερε τη Γαλάζια Λίμνη (που είδαμε κρυφά), στα μέσα της δεκαετίας μας έφερε το Χωρίς Ανάσα (που επίσης είδαμε κρυφά και στη σκηνή με τον Ρίτσαρντ Γκηρ γυμνό ήθελα να βουλιάξω μέσα στο κάθισμα) και αργότερα τον Δαιμονισμένο Άγγελο. Ε, όπως και να το κάνουμε υπάρχουν διαφορές. Και ας μην ξεχνάμε ότι τη απαγορευμένη Γαλάζια Λίμνη την έδειξε προχθές η τηλεόραση στο μεσημεριανό πρόγραμμα.

Θα μου πεις υπήρχαν και άλλες ταινίες, αυτές θυμάσαι; Πολλές και διάφορες θυμάμαι και τότε ήταν σαν να ζούσα μέσα στο σινεμά. Φυσικά και υπήρχαν οι ρόδες, τσάντες και κοπάνες, τα τσακάλια και οι στροφές, αλλά τις απέφευγα. Μέχρι ενός βαθμού φυσικά γιατί στις καλοκαιρινές διακοπές, όταν όλη η καλοκαιρινή παρέα πήγαινε σινεμά και στο σεντόνι (και μιλάμε για σεντόνι) έπαιζε ρόδα, τσάντα και κοπάνα, ρόδα, τσάντα και κοπάνα έβλεπα κι εγώ. Αλλά, έλεος, δεν τις νοσταλγώ. Ούτε πιστεύω ότι τις νοσταλγεί κανένας συνομήλικός μου. Για να το ξεκαθαρίσουμε πρόκειται για ταινίες που απευθύνονταν μόνο σε ηλικιωμένους που έβλεπαν τον Ψάλτη με την τρυπητή φανέλα και σκέφτονταν «οι αλήτες με τα μηχανάκια» (και καθώς το σκέφτονταν έφευγε και ένα τς, τς, τς από τα χείλη τους), ή σε αυτούς που πίστευαν ότι ήταν πολύ της μόδας να ακούγεται το ‘μαλάκας’ σε ελληνική ταινία.
Μπορεί να είναι αυτό καλτ; Όχι βέβαια. Επιλέγαμε να δούμε τέτοιες ταινίες, έστω και σε βίντεο; Ούτε με σφαίρες. Χαιρόμαστε όταν βλέπουμε ότι στην τηλεόραση παίζει το Καμικάζι αγάπη μου; Ούτε Καμικάζι (που κάποια στιγμή να θυμηθώ να γράψω τι σημαίνει και από πού μας ήρθε), ούτε αγάπη, ούτε μου. Πιστεύει κανένας από τους σημερινούς σαραντάρηδες (χονδρικά) ότι τους χαρακτηρίζουν αυτές οι ταινίες, αυτά τα σενάρια ή αυτή η αισθητική; Μην τρελαθούμε εντελώς!

Ποιοι ήταν τώρα οι παράγοντες που διαμόρφωναν τα γούστα μας; Οι παρέες και οι γονείς. Γιατί καλή η επανάσταση, δεν λέω, αλλά οι γονείς έλεγχαν τα πάντα. Και η αλήθεια είναι ότι μπορεί τα αγόρια να ήταν πιο άνετα, αλλά τα κορίτσια δεν ήταν καθόλου. Πέρα από το προφανές 'δεν σου δίνω χρήματα να βγεις' υπήρχε και το ‘δεν σε αφήνω να βγεις’. Τελεία και παύλα. Θα μου πεις, δεν έλεγες ψέματα; Έλεγες δεν έλεγες, η πίεση ήταν τεράστια. Και, εγώ τουλάχιστον, είχα βρει λύση στο να επιμένω μέχρι τελικής πτώσεως (των γονέων γιατί ως γνωστόν το μόνο που διαλύουν τα παιδιά γρηγορότερα από τα αθλητικά παπούτσια είναι οι γονείς). Φυσικά όσο κι αν είχα χτυπηθεί και όσο κλάμα κι αν είχα ρίξει, με είχαν σε κατ' οίκον περιορισμό όταν γινόταν το Rock in Athens, μην τυχόν και πάω στο Καλλιμάρμαρο. Και λίγο αργότερα, όταν πηγαίναμε στο Green Door δεν λέγαμε ότι πηγαίναμε στα Εξάρχεια - αν είναι ποτέ δυνατόν!

Ήταν όμως μια εποχή που κάθε γειτονιά είχε και καναδυό συγκροτήματα όπου έπαιζαν συμμαθητές, κολλητοί και φίλοι. Πού έπαιζαν; Όπου έβρισκαν. Ήταν της μόδας οι πολυχώροι καλλιτεχνικών εκδηλώσεων, όλο και κάπου έβρισκαν να παίξουν. Υπήρχαν και κάτι μπαράκια που υποδέχονταν ερασιτεχνικά συγκροτήματα και πηγαίναμε να υποστηρίξουμε φίλους που έπαιζαν κοντά στο Καραϊσκάκη ή στους Αμπελόκηπους. Κυριακή απόγευμα όλα αυτά (και πάντα λέγαμε ότι πηγαίναμε στην Κηφισιά για καφέ). Όπως Κυριακή απόγευμα είχαμε μαζευτεί στην ντίσκο Video στη Συγγρού για να δημιουργήσουμε το φαν κλαμπ των Cure. Κι εγώ ήμουν από μεσημεριανό στη γιαγιά, με τη μπεζ βελούδινη φούστα και το πουκαμισάκι μου, και φώναζα μαζί με τους υπόλοιπους φυσιολογικά μαυροφορεμένους φέρτε τον Robert στην Αθήνα (εύχομαι να μην με θυμάται κανείς).

Οι παρέες τώρα. Όταν είσαι έφηβος, το σημαντικότερο κριτήριο επιλογής είναι το γκομενικό. Πώς να το κάνουμε δηλαδή; Θα μιλούσαμε για τους Μουτζαχεντίν; Δεν νομίζω. Είχαμε λοιπόν ξεκάθαρα κριτήρια: κριτήριο (α) ποιον θέλουμε; κριτήριο (β) ποιον δεν θέλουμε; Έτσι κάναμε παρέες και περνούσαμε καλά. Ήταν και θέμα έκθεσης σε πανελλαδικές «αν περάσετε σε σχολή εκτός της πόλης διαμονής σας, με ποια κριτήρια θα κάνετε παρέες». Μα πείτε μου, μπορείς να απαντήσεις ειλικρινά;

Γιατί και πώς έγιναν της μόδας ο Γιοκαρίνης, ο Μπουλάς, ο Λάκης Παπαδόπουλος και οι λοιποί; Γιατί απλούστατα έδωσαν κάτι διαφορετικό, κάτι μοντέρνο συγκριτικά με αυτό που υπήρχε και μπορούσαν να ακουστούν στο κρατικό ραδιόφωνο. Γιατί μόνο κρατικό ήταν το ραδιόφωνο και, ακόμα κι όταν αποκτήσαμε ελεύθερη ραδιοφωνία, σαν την κρατική ήταν. Απλά πράγματα.

Φυσικά τα άσχημα ξεκίνησαν αργότερα, προς τα τέλη της δεκαετίας, αλλά αυτά θα τα γράψω σε λίγες μέρες.

(αφορμή για όλα αυτά έδωσε τούτο http://themotorcycleboy.blogspot.com/2010/01/blog-post_22.html)

Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2010

Παίρνω αμπάριζα και βγαίνω

Αν και δεν θα ισχυριστώ ότι έχω καμιά ιδιαίτερη εμπειρία, νομίζω δεν είναι και πολύ ωραίο να κάνω αρμένικη βίζιτα (δηλαδή να μπαίνω στα μπλογκ των άλλων και να γράφω σχόλια-σεντόνια). Έλα όμως που καμιά φορά γράφουν πράγματα που προκαλούν πολλλλλλλάαααααα σχόλια... Σκέφτηκα λοιπόν ότι είναι καλύτερο να γράφω εδώ τα δικά μου, που θα αποτελούν ουσιαστικά τη μακροσκελή απάντησή μου σε αναρτήσεις άλλων. Ή μάλλον όχι τόσο απάντηση, όσο συνειρμούς.

Το ερώτημα προς εσάς που γνωρίζετε είναι το εξής: πρέπει να λέω από πού ξεκινάω ή δεν παίζει ρόλο; Δηλαδή αν την αρχή την κάνει ο χ, το λέμε ή τον αφήνουμε τον άνθρωπο στην ησυχία του (που στο κάτω κάτω της γραφής καμία σχέση με αυτά που θα γράφω εγώ δεν θα έχει, απλώς μου θύμισε κάτι);

Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2010

Cliffhanger

Cliffhanger είναι ο αναρριχητής, αυτός που κρεμιέται από τα γκρέμια. Γιατί το κάνει αυτό δεν ξέρω, αλλά το κάνει. Cliffhanger είναι και ο τίτλος μιας ταινίας με πρωταγωνιστή τον Σταλόνε (αυτό είναι θέμα που δεν θα μας απασχολήσει) και τέλος cliffhanger είναι το τελευταίο παρατσούκλι της κόρης Γ (τα προηγούμενα είναι σκατούλα νούμερο 3, μπεμπούσκα και Φ). Επειδή λοιπόν έταξα στην mamma ανάρτηση για την κόρη Γ, οφείλω να τηρήσω την υπόσχεσή μου.

Η κόρη Γ λοιπόν, 16 μηνών πλέον, αποφάσισε να γίνει cliffhanger. Τι κάνει;
Σκεφτείτε τις κλασικές κουζινοκαρέκλες Tiger που λίγο-πολύ όλοι έχουμε στις κουζίνες μας. Εντελώς τετράγωνο κάθισμα, στιβαρή κατασκευή, με πηχάκι γύρω γύρω για τα πόδια. Η κόρη Γ λοιπόν, ανεβαίνει στο πηχάκι, αλλά δεν μπορεί ακόμα να ανεβάσει το γόνατο ώστε να φτάσει στο κάθισμα και να ανέβει στην καρέκλα. Τι κάνει λοιπόν; Τεντώνεται τόσο ώστε να φτάσει στην πλάτη της καρέκλας, την αρπάζει με τα δύο χέρια, αιωρείται (να ο cliffhanger!) και με την αιώρηση καταφέρνει να ανεβάσει το γόνατο στο κάθισμα, οπότε μετά ανεβαίνει ολόκληρη, από εκεί ανεβαίνει στο τραπέζι και ρίχνει κάτω ό,τι υπάρχει στο τραπέζι.

Εγώ βέβαια δεν συγχύζομαι, δεν αγχώνομαι και δεν φωνάζω, κάνω ασκήσεις ζεν και παίρνω βαθιές ανάσες γιατί ξέρω ότι καμιά δεκαριά μέρες θα κρατήσει αυτή η αιώρηση. Μετά θα μάθει να ανεβάζει το γόνατο κατευθείαν.

Αλλά η mamma δεν θέλει να γράψω αυτά. Θέλει να γράψω ότι το ....παιδο, μετά από 15 μήνες, είπε τη δεύτερή της λέξη - και ήταν γιαγιά. Και πάλι για να μην παρεξηγούμαστε, τις γιαγιάδες της τις βλέπει μια φορά στις 15 μέρες (μην νομίσετε δηλαδή ότι μεγαλώνει με γιαγιά το παιδί). Και αφού είπε γιαγιά, είπε και παππού (τους παππούδες τους βλέπει όταν βλέπει και τις γιαγιάδες). Και φυσικά, αφού είπα για την δεύτερη λέξη, να πω και για την πρώτη. Ήταν "εντάτσει". Τώρα, πώς τα κατάφερε και είπε συνειδητά και σωστά τρισύλλαβο χωρίς να έχει πει προηγουμένως ένα μαμά, ένα μπαμπά, ένα μπβουου (για το νερό, το γάλα, την βόλτα, ένα κάτι τέλος πάντων!) δεν ξέρω. Το μόνο που ξέρω είναι ότι κάθε απόγευμα, όταν έρχεται η ώρα της βόλτας, μας φέρνει το μπουφάν της (και κάθε συνειρμός με τα σκυλιά και τα λουριά περιττεύει...).

Τρίτη, 19 Ιανουαρίου 2010

"Είμαι ρατσίστρια"...

είπε η Α, την ημέρα που γνωριστήκαμε.
Εγώ που, ως γνωστόν, είμαι πράος άνθρωπος και δεν πιστεύω ότι είναι ωραίο να τσακώνομαι με το καλημέρα, μάλλον είπα κάτι του στυλ "ε, καλά, δεν χρειάζεται να είμαστε απόλυτοι" και να πήγα πιο πέρα.
Όλα αυτά έγιναν πριν από 5 χρόνια, κατά τη διάρκεια του αγιασμού στο σχολείο που πήγαιναν οι κόρες μας. Πρωτάκια οι μικρές, πρωτάκια κι εμείς - οι αγχωμένες μαμάδες που είχαμε πάρει άδεια για να είμαστε δίπλα στα καμάρια μας.
Και τουλάχιστον τότε δεν σκέφτηκα ότι θα είχα και πολλά με την Α.
Αλλά φυσικά έκανα λάθος. Γιατί οι κόρες μας αποφάσισαν να γίνουν κολλητές.

Κάνει το πρώτο πάρτυ γενεθλίων της κόρης της, όπου καλεί τη μισή τάξη (μόνο τα ελληνάκια). Αναμενόμενο, σκέφτηκα.
Κάνει το δεύτερο πάρτυ γενεθλίων της κόρης της - αυτή τη φορά υπήρχαν δύο παιδιά μεταναστών. Για δες, σκέφτηκα.
Να μην τα πολυλογώ, οι καλεσμένοι φέτος ήταν μισοί μισοί.

Κι εγώ, είπαμε, ήρεμος άνθρωπος, πράος, δεν μαλώνω, αλλά δεν κρατάω και το στόμα μου κλειστό - ρωτάω.

Βρε Α, εσύ δεν λες ότι είσαι ρατσίστρια και ότι δεν θέλεις τους ξένους στην Ελλάδα; Πώς και τους καλείτε στο σπίτι σας;

Μα, το ότι εγώ δεν θέλω ξένους στην Ελλάδα, δεν σημαίνει ότι θα απαγορεύσω στο παιδί μου να κάνει παρέα μαζί τους. Άλλωστε όλοι μαζί ζούμε. Τα μισά παιδιά στην τάξη είναι παιδιά μεταναστών, με αυτά παίζουν τα παιδιά μας στην παιδική χαρά, με αυτά τσακώνονται και με αυτά φιλιώνουν. Μια χαρά παιδιά είναι. Πώς να μην τα καλέσω;

Και δεν μου λες βρε Α. Ένα παιδί έχετε, δύο μισθούς παίρνετε, δικό σας το σπίτι, πώς και δεν στέλνετε τη μικρή σε ιδιωτικό σχολείο να μην έχει παιδιά ξένων;

Γιατί; Θα προστάτευα το παιδί μου από την πραγματικότητα; Για ποιο λόγο να το κάνω αυτό;

Και ειλικρινά δεν ξέρω. Ποιον προτιμώ;
Την Α που δηλώνει (και σύμφωνα με τη δική της λογική πιστεύει ότι είναι) ρατσίστρια αλλά δεν έχει κανένα πρόβλημα όταν το παιδί της παίζει ή καλεί στο σπίτι παιδιά μεταναστών ή άλλους που συμμετέχουν σε συλλαλητήρια για τα δικαιώματα των μεταναστών και η μόνη επαφή που έχουν με μετανάστες είναι οι Φιλιππινέζες που βλέπουν στην παιδική χαρά του Πικιώνη;

Τρίτη, 12 Ιανουαρίου 2010

Λιβ γιορ μυθ ιν Γκρις

Ο Υπουργός Εργασίας δήλωσε ότι τα ταμεία του ΟΑΕΔ είναι άδεια και ότι θα υπάρχουν προβλήματα στην καταβολή του επιδόματος ανεργίας.
Από την άλλη δεν άκουσα πόσες από τις άχρηστες επιτροπές καταργήθηκαν - ξέρετε για ποιες μιλάω, γι' αυτές που έχουν έναν πρόεδρο που μπορεί να ασχολείται με τα θέματα της επιτροπής κανένα δίωρο την εβδομάδα, καμιά δεκαριά μέλη που ενδέχεται να ασχολούνται καμιά ώρα την ημέρα, υπαλλήλους που συχνά δεν είναι σίγουροι τι δουλειά να κάνουν, που όλοι μαζί καταλαμβάνουν χώρο σε κτήρια για τα οποία πληρώνουμε ενοίκια, ρεύμα, νερό, καθαριστές, κλητήρες, φύλακες, παίζει να έχουν και υπηρεσιακό αυτοκίνητο με οδηγό.

Αλλά πάλι δεν είναι δυνατόν να υπάρχει τέτοιος παραλογισμός. Οπότε μπορεί να μην άκουσα καλά και να είπαν ότι τα ταμεία του ΟΑΕΔ είναι γεμάτα και ότι έχουν καταργηθεί καμιά εκατοστή επιτροπές.
Σωστά;

Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2010

Φόρος Προστιθέμενης Αξίας

Ή αλλιώς ΦΠΑ.

Εν μέσω της γενικευμένης οικονομικής αναμπουμπούλας (γιατί άλλη λέξη δεν ξέρω που να περιγράφει αυτό που συμβαίνει τριγύρω μας) θα ήθελα να σας υπενθυμίσω ότι τα προφυλακτικά έχουν ΦΠΑ 9%. Μόνο 9%! Και, σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες, δεν πρόκειται να αυξηθεί.

Τώρα ξέρετε τι να κάνετε (γιατί χανόμαστε).

Τρίτη, 5 Ιανουαρίου 2010

Ολυμπιακά αθλήματα

Τώρα που σχεδόν όλα τα αθλήματα έχουν γίνει ολυμπιακά, σκέφτηκα να προτείνω κι εγώ ένα στη Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή, γνωρίζοντας ότι πληροί όλες τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την έγκριση νέων αθλημάτων.

Τι χρειάζεται:
- 3 άρρωστα παιδιά (παίζεται και με λιγότερα καθώς με τα άρρωστα παιδιά ισχύει το ουκ εν τω πολλώ το ευ, αλλά εδώ θα πρέπει να γράψουμε ένα βιβλίο κανονισμών που να λαμβάνει υπόψη συναρτήσεις πυρετού, βήχα, καταρροής και γκρίνιας - νομίζω ότι και τα βρέφη σε περίοδο οδοντοφυΐας μπορούν να γίνουν δεκτά).
- 1 ζευγάρι γονέων
- 1 καναπές κατά προτίμηση τριθέσιος
- 1 καλοφουσκωμένο μπαλόνι (εμείς διαθέτουμε πολλά μπαλόνια σε ροζ-μωβ-φούξια με πριγκίπισσες, αλλά ό,τι μπαλόνι κι αν έχετε γίνεται δεκτό)

Πώς παίζεται το παιχνίδι:
Οι γονείς βάζουν τα παιδιά για ύπνο, παίρνουν από μία μπύρα (δεκτά και άλλα ποτά) και κάθονται στον καναπέ, μακρυά ο ένας από τον άλλον έτσι ώστε να μην υπάρχει καμία σωματική επαφή (αυτό είναι πολύ σημαντικό) και τοποθετούν ανάμεσά τους το μπαλόνι. Κατόπιν αρχίζουν να πετούν το μπαλόνι ο ένας στον άλλον και προσέχουν να μην το πιάνουν, απλώς να αποκρούουν προς την πλευρά του συμπαίκτη τους. Στόχος είναι να μην τους πέσει το μπαλόνι στο πάτωμα και να μην χρειαστεί να σηκωθούν από τον καναπέ. Αυτά τα δύο αποτελούν λόγους αποκλεισμού. Το παιχνίδι ολοκληρώνεται όταν δεν μπορούν να παίξουν άλλο.

Γιατί πρέπει να γίνει δεκτό ως ολυμπιακό άθλημα:
Προωθεί το ομαδικό πνεύμα, αφού παίζεται από ζευγάρια.
Προωθεί την ευγενική άμιλλα, αφού το ζευγάρι μπορεί να έχει αντίπαλο άλλο ζευγάρι - σε αυτή την περίπτωση κερδίζει το ζευγάρι που θα αντέξει περισσότερη ώρα.
Προωθεί τις οικονομικές πτυχές των ολυμπιακών αθλημάτων, καθώς τα μπαλόνια μπορούν να φέρουν το σήμα του σπόνσορα.

Βασική σημείωση:
Σε αντίθεση με το τέννις, εδώ επιτρέπονται οι βρισιές.


ΥΓ Ναι, το 2010 δεν ξεκίνησε ακριβώς όπως θα ήθελα.