Δευτέρα, 30 Μαΐου 2011

Απελευθερώνονται 136 επαγγέλματα

Απελευθερώνονται 136 επαγγέλματα, λέει. Τι σημαίνει αυτό; Ότι παύουν να ισχύουν διάφοροι περιορισμοί που στην ουσία εμποδίζουν τον ανταγωνισμό. Άρα, η απελευθέρωση των 136 επαγγελμάτων σημαίνει ότι εμείς, οι καταναλωτές, θα έχουμε πρόσβαση σε καλύτερες υπηρεσίες και φθηνότερες τιμές. Λέει.

Ας το ξαναδούμε τώρα. Απελευθέρωση σημαίνει ότι παύουν να ισχύουν περιορισμοί που αφορούν: 1) τον αριθμό των προσώπων που έχουν πρόσβαση στο επάγγελμα, 2) τη σύνδεση της χορήγησης άδειας από το αν υπάρχει πραγματική ανάγκη, 3) τα γεωγραφικά όρια, 4) τις ελάχιστες αποστάσεις μεταξύ των ασκούντων το επάγγελμα, 5) τη δημιουργία περισσότερων εγκαταστάσεων από το ίδιο πρόσωπο, 6) τη διάθεση αγαθών από ορισμένου είδους επαγγελματική εγκατάσταση, 7) την άσκηση επαγγέλματος υπό συγκεκριμένη εταιρική μορφή, 8) τη συμμετοχή στο εταιρικό κεφάλαιο με κριτήριο την επαγγελματική ιδιότητα των συμμετεχόντων, 9) την επιβολή κατώτατων τιμών και 10) την υποχρέωση του ασκούντα το επάγγελμα να προσφέρει μαζί με τη δική του υπηρεσία και άλλες συγκεκριμένες υπηρεσίες.

Δεν ξέρω τι γίνεται με τους αμπιγιέρ κι αν αποτελούν κλειστό επάγγελμα (εντύπωση θα μου έκανε). Κοιτάζοντας τη λίστα των 136 επαγγελμάτων που απελευθερώνονται από 2 Ιουλίου, το μάτι μου έπεσε στους μεταφραστές. Αναρωτήθηκα λοιπόν αν ήταν ποτέ κλειστό επάγγελμα. Ισχύει για τους μεταφραστές κάποιος από τους παραπάνω περιορισμούς; Όχι. Όποιος θέλει δηλώνει μεταφραστής και αρχίζει να μεταφράζει στο σπίτι του, σε εκδοτικό οίκο, σε εταιρεία, παντού. Δεν υπάρχουν γεωγραφικά όρια ούτε ελάχιστες αποστάσεις. Η διάθεση υπηρεσιών μετάφρασης μπορεί να γίνεται από φυσικά ή νομικά πρόσωπα, δεν απαιτείται ορισμένη εταιρική μορφή, δεν υπάρχουν κατώτατες τιμές και δεν εξαρτάται από την παροχή άλλων υπηρεσιών. Τι απελευθερώνεται λοιπόν;

Το σκέφτηκα από δω, το σκέφτηκα από κει, ρώτησα, ξαναρώτησα, όλα κατέληγαν στις ταμπέλες στη Σόλωνος: Φωτοτυπίες, Δακτυλογραφήσεις, Πλαστικοποιήσεις, Μεταφράσεις. Έτσι είναι τα κλειστά επαγγέλματα;

Τετάρτη, 25 Μαΐου 2011

Με τι είμαστε αγανακτισμένοι;

Φυσικά και είμαι αγανακτισμένη.

Είμαι αγανακτισμένη με τους πανηλίθιους που πάμε και ψηφίζουμε που το μόνο που σκέφτονται είναι πώς θα ξαναβγούν. Που το μόνο που τους νοιάζει είναι να κυβερνήσουν, άσχετα αν θα κυβερνήσουν μια κατεστραμμένη χώρα με μια διαλυμένη κοινωνία. (Ναι, κοινωνία έγραψα.)

Είμαι αγανακτισμένη που οι ηγέτες μας, παρά την κρισιμότητα των ημερών, δεν μπορούν να κάτσουν να συζητήσουν και να καταλήξουν σε κάτι.

Είμαι αγανακτισμένη με τους συνδικαλιστές, τους απανταχού εργατοπατέρες, τους προστάτες μας που το μόνο που τους νοιάζει είναι να διατηρήσουν τη δική τους επιρροή και τα δικά τους προνόμια.

Είμαι αγανακτισμένη με όσους λένε όχι σε όλα, χωρίς να προτείνουν κάτι.

Είμαι αγανακτισμένη που κάθε προσπάθεια αντίδρασης πρέπει, ντε και καλά, να γίνει κάτω από την παντιέρα του Α ή του Β κόμματος.

Είμαι αγανακτισμένη που κάθε προσπάθεια αντίδρασης καπελώνεται από τους ‘ταραξίες’ και καταλήγω να μην έχω καν τη δυνατότητα να αντιδράσω.


Δεν ξέρω με τι αγανακτούν οι άλλοι. Αλλά είμαι περίεργη και λέω να πάω στις 6 το απόγευμα στο Σύνταγμα να δω. Με το που θα δω καπέλωμα θα φύγω.

Δευτέρα, 23 Μαΐου 2011

Κυριακή στο μουσείο

Το προηγούμενο σαββατοκύριακο φιλοξενήσαμε μια συμμαθήτρια της κόρης Α. Είχαμε μάλιστα κανονίσει με τους γονείς της να συναντηθούμε την Κυριακή το μεσημέρι για φαγητό και παράδοση τέκνου. Την Κυριακή το πρωί, μεταξύ κρέπας και μαρμελάδας, αναρωτηθήκαμε τι θα μπορούσαμε να κάνουμε ως το μεσημέρι:
Θέλετε να πάμε σε κανένα μουσείο;
Πάμε.
Τι θα σας ενδιέφερε;
Κυρία κουμπάρα, να πάμε στο Βυζαντινό που δεν πήγαμε με το σχολείο;
Πάμε στο Βυζαντινό (που ανακαινίστηκε πρόσφατα και δεν το έχουμε επισκεφτεί).

Και ξεκινήσαμε. Δύο γονείς, δύο δωδεκάχρονες, μία πεντέμισι και μία δυόμισι. Πήραμε και το καρότσι για να μπορούμε να κουμαντάρουμε πιο εύκολα την μικρή (που δεν θέλει να την πηγαίνουμε με το καρότσι, αλλά όταν είναι κουρασμένη συμβιβάζεται). Φτάσαμε στο Βυζαντινό Μουσείο, βγάλαμε εισιτήρια, πάμε να μπούμε μέσα.
Θα πρέπει να αφήσετε έξω το καρότσι.
Ξέρετε, είναι πιο εύκολο να έχουμε την μικρή στο καρότσι για να μην τρέχει δεξιά-αριστερά και ενοχλεί τους επισκέπτες.
Ναι, αλλά δεν λειτουργεί το ασανσέρ.
Αλήθεια; Νόμιζα ότι είχε ανακαινιστεί το μουσείο.
Ανακαινίστηκε - το ασανσέρ δεν λειτουργεί.

Αφήνουμε το καρότσι και ξεκινάμε. Η μικρή ήταν πολύ εντάξει, οι μεγάλες πήγαιναν μπροστά "θυμάσαι η κυρία Ντόρα που μας είχε πει ότι ..." (τα σπασικλάκια φαίνονται από μικρά), "μαμά, αυτό είναι που λέμε τα Χριστούγεννα που γεννήθηκε ο Χριστός στη Βηθλεέμ" (έχουμε δουλέψει πολύ αυτήν την εμΒηεμΒηθλεεεεμτηπόλη), σε δεκαπέντε λεπτά βρεθήκαμε μπροστά σε ένα σκοινί που εμπόδιζε την πρόσβασή μας στην επόμενη αίθουσα.
Συγνώμη, πώς πάμε στις επόμενες αίθουσες;
Δεν πάτε.
Και γιατί δεν πάμε;
Δεν υπάρχουν φύλακες και οι υπόλοιπες αίθουσες είναι κλειστές για το κοινό.
Δηλαδή αυτό ήταν όλο το μουσείο;
Αυτό.
Καλά, και γιατί δεν μας το είπε κανείς όταν κόψαμε τα εισιτήρια;
Ε, εντάξει, δεν είναι και κανένα ακριβό εισιτήριο...

Δεν μιλήσαμε. Ανεβήκαμε πάνω, καθίσαμε στον ίσκιο και αρχίσαμε τις ασκήσεις ηρεμίας.
Πάω μια βόλτα να δω τον κήπο.
Μπαμπά, ερχόμαστε κι εμείς.
Περνάνε δύο λεπτά.
Ο κύριος με τα παιδιά μαζί σας είναι;
Ναι.
Απαγορεύεται.
Τι απαγορεύεται;
Να περπατάει στον κήπο.
Συγνώμη;
Ναι, απαγορεύεται.

Επανασυνταχθήκαμε.
Τι κάνουμε τώρα με τέσσερα παιδιά στο κέντρο της Αθήνας;
Πάμε στο Πολεμικό Μουσείο που είναι δίπλα;
Τι να κάνουν τέσσερα κορίτσια στο Πολεμικό Μουσείο;
Δεν ξέρω - τουλάχιστον θα έχει ίσκιο και θα περάσει κάπως η ώρα μέχρι να συναντήσουμε τους γονείς της συμμαθήτριας.
Άντε πάμε.

Και πήγαμε. Και περάσαμε υπέροχα. Το ασανσέρ λειτουργούσε, το κυλικείο λειτουργούσε και οι τουαλέτες ήταν καθαρές (ναι!).
Η κόρη Γ ξετρελλάθηκε με τις στολές. Στεκόταν μπροστά στις κούκλες και έλεγε "μαμά, κοίτα", "μπαμπά, κοίτα" κατενθουσιασμένη.
Η κόρη Β εντυπωσιάστηκε με τα οχυρωματικά έργα. Στεκόταν σε όλες τις μακέτες και έφτιαχνε ιστορίες "εδώ ήταν οι τοξοβόλοι, εδώ οι κακοί, εδώ τα άλογα".
Η κόρη Α και η συμμαθήτριά της ξετρελλάθηκαν με τους φαντάρους.

Αν κι εσείς πιστεύετε ότι τα κορίτσια δεν έχουν τίποτα να κάνουν στο Πολεμικό Μουσείο, ίσως να πρέπει να το ξανασκεφτείτε.

Κυριακή, 15 Μαΐου 2011

Απογραφής περίεργα

Τρία πράγματα μου έκαναν εντύπωση με την απογραφή:
1. Δεν έλαβαν καθόλου υπόψη την εσωτερική μετακίνηση για εργασία. Δεν μας ενδιαφέρουν αυτοί που μένουν π.χ. στη Χαλκίδα και πηγαινοέρχονται κάθε μέρα στην Αθήνα για δουλειά; Με άλλα λόγια, το αν μπορεί να σε "στηρίξει" ένας τόπος, δεν μας νοιάζει;

2. Το έντυπο για την δωρεά οργάνων. Η απογραφέας μας το έδωσε - αφού της το ζητήσαμε γιατί είχαμε την περιέργεια να το δούμε - λέγοντας "Εγώ πάντως δεν θα συμπλήρωνα. Μην το συμπληρώσετε - έχετε και μικρά παιδιά. Μόνο σε κάτι γιαγιάδες το δίνω."

3. Πού πήγαν όλοι; Η περιοχή μου έχει αδειάσει - βρήκα να παρκάρω μπροστά στο σπίτι! Γιατί ο κόσμος πάει να απογραφεί στα χωριά του αφού ζει εδώ;

Πέμπτη, 12 Μαΐου 2011

Απορίας άξιον

Γιατί αν πω ότι λυπάμαι για τον Έλληνα που δολοφονήθηκε θεωρούμαι χρυσαυγίτισσα και αν πω ότι λυπάμαι για τον Μπαγκλαντεσιανό μεταφέρομαι στην άκρα αριστερά;

Τι κωλοφασισμοί είναι αυτοί;

Θα συνέλθουμε επιτέλους;

Τρίτη, 10 Μαΐου 2011

Πάλι πένθος

Εχθές δολοφονήθηκε στο κέντρο της Αθήνας ένας άντρας που βγήκε τα ξημερώματα από το σπίτι του για να πάει να πάρει το αυτοκίνητό του και να μεταφέρει την επίτοκο γυναίκα του στο μαιευτήριο. Δεν ξέρω τίποτε άλλο γι' αυτόν. Δεν ξέρω αν ήταν ψηλός ή κοντός, εργαζόμενος ή άνεργος, Έλληνας ή Τούρκος, άσπρος, μαύρος ή χακί. Και δεν με νοιάζει τίποτε από αυτά.


Με νοιάζει όμως η απάθεια των αρχών στο θέμα της εγκληματικότητας. Πόσα θύματα χρειάζονται ακόμα για να καταλάβουν ότι έχει ξεφύγει η κατάσταση εντελώς; Και με σοκάρει που η δημοτική αρχή πιστεύει πως, με την απαλλαγή από τα δημοτικά τέλη, θα προσελκύσει νέα ζευγάρια στην πόλη! (Για να μην λέω μόνο τα αρνητικά, έχουν κάνει λόγο και για "συντονισμένες δράσεις", αλλά ξέχασαν να μας πουν ξεκάθαρα κάτι συγκεκριμένο γι' αυτές τις συντονισμένες δράσεις.)


Αγαπητέ κύριε δήμαρχε, δεν θέλω να σας ξυπνήσω από τον ύπνο σας, αλλά θα πρέπει να σας πληροφορήσω ότι, όταν κάποιος βάζει σε μία ζυγαριά από τη μία τα δημοτικά τέλη και από την άλλη τη ζωή του (και της οικογένειάς του), υπάρχει σοβαρότατο ενδεχόμενο να μην υπερισχύσουν τα δημοτικά τέλη! Συγγνώμη που σας το είπα, δεν ήθελα να σας τρομάξω!

Παρασκευή, 6 Μαΐου 2011

Η κυρία από την Οσάκα

Στην Οσάκα τρώγαμε σε "γυράδικα" - ελληνιστί sushi bar. Πρόκειται για εστιατόρια που οι πελάτες κάθονται γύρω από έναν πάγκο, μέσα από τον οποίο εργάζονται οι μάγειρες που παρασκευάζουν τα πιάτα και τα τοποθετούν σε έναν κυλιόμενο ιμάντα που γυρίζει γύρω γύρω. Έτσι οι πελάτες βλέπουν το πιάτο που τους αρέσει και απλώς το παίρνουν από τον ιμάντα. Συχνά τα πιάτα κυκλοφορούν σε δύο διαφορετικά χρώματα, που αντιπροσωπεύουν δύο κατηγορίες τιμών, τα φθηνά και τα ακριβά, ανάλογα και με την ποσότητα του φαγητού - αν δηλαδή έχουν μέσα μία μπουκιά ή δύο μπουκιές φαγητό (για τα ελληνικά δεδομένα όλα φθηνά ήταν, αλλά λέμε τώρα).

Ένα βράδυ λοιπόν, και ενώ τρώγαμε σε ένα τέτοιο εστιατόριο, άνοιξε η πόρτα και εμφανίστηκε μία κυρία 65+. Κοντή, αδύνατη, φορούσε παραδοσιακά ξυλοπάπουτσα, ένα λιωμένο μεταξωτό κιμονό που ήταν σαφές ότι κάποτε είχε γνωρίσει ένδοξες εποχές και ήταν βαμμένη σαν κούκλα. Κρατούσε ένα μεγάλο πορτοφόλι, από αυτά που χωράνε πολλά πράγματα και έχουν το κούμπωμα επάνω - είμαι βέβαιη ότι θυμόσαστε την γιαγιά σας να κρατάει ένα τέτοιο. Έκατσε δίπλα μας - ήταν σαν να είχε πετάξει, δεν ακούστηκε ο παραμικρός ήχος. Άφησε τον ιμάντα να γυρίσει μια φορά και επέλεξε ένα πιάτο από τα φθηνά. Το έφερε μπροστά της, πήρε τα ξυλάκια της, άνοιξε το δοχείο με το τζίντζερ-τουρσί (που διατίθεται δωρεάν και υπάρχει πάνω στους πάγκους και τα τραπέζια όπως η κέτσαπ στα αμερικανικά εστιατόρια) και πήρε μια καλή ποσότητα. Έφαγε το τουρσί, το οποίο είναι κάπως καυτερό και κάνει τη μύτη και τα μάτια να τρέχουν, έβγαλε από το πορτοφόλι ένα χαρτομάντηλο, σκούπισε τη μύτη της χωρίς να τη φυσήξει (θεωρείται αγένεια να φυσάς τη μύτη σου μπροστά σε άλλους), ξαναέβαλε το χαρτομάντηλο στο πορτοφόλι και έφαγε τη μία μπουκιά φαγητό. Το λογικό θα ήταν να φάει πάλι λίγο τουρσί (αφού προφανώς της άρεσε και ούτως ή άλλως αυτό το τρώνε ανάμεσα στα πιάτα για να αλλάζει η γεύση) και να πάρει ένα δεύτερο πιάτο. Λάθος. Συνέχισε να τρώει σκέτο τουρσί και να σκουπίζει μάτια και μύτη.

Έκανα ό,τι μπορούσα για να την παρατηρήσω καλύτερα, χωρίς να την καρφώνω. Ήταν μια φτωχή γυναίκα - όλα πάνω της το αποδείκνυαν: τα λιωμένα ρούχα, το μακιγιάζ-πάστωμα, τα μαλλιά, το πορτοφόλι, τα πάντα. Αλλά ήταν πολύ προσεγμένη. Τα γκρίζα μαλλιά της ήταν πιασμένα σε κότσο που δεν έφευγε τρίχα ενώ το περίτεχνο δέσιμο του κιμονό αναδείκνυε όλο το μοτίβο πάνω στο θαμπό πλέον ρούχο. Τότε σκέφτηκα ότι ενδεχομένως να μην έχει χρήματα για φαγητό.
- Να την κεράσουμε κάτι;
- Μιλάς σοβαρά; Θα πέσει κάτω από την ντροπή!

Περίμενα να δω τι θα κάνει. Αφού είχε φάει σχεδόν όλο το τουρσί, πλήρωσε για το ένα και μοναδικό πιάτο που είχε πάρει και έφυγε όσο ήσυχα είχε έρθει.

Συχνά με ρωτάνε τι μου μένει από ένα ταξίδι. Κάτι τέτοια μου μένουν, όπως η αξιοπρέπεια της κυρίας από την Οσάκα.


Τετάρτη, 4 Μαΐου 2011

Λόγια της Λώρης

Η Λώρη Κέζα μου είναι ιδιαίτερα συμπαθής, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι συμφωνώ πάντα με όσα γράφει. Σήμερα έγραψε στο ηλεκτρονικό Βήμα τις "κουβέντες της σκωραμίδος" όπου μεταξύ άλλων αναφέρει:

Μια ακόμη χαρακτηριστική αποστροφή του κ. Μίμη Ανδρουλάκη αφορά τις ηλικίες. Το «παιδί» είναι ένας χαρακτηρισμός που αρθρώνεται υποτιμητικά για τον κ. Γ. Ραγκούση ο οποίος είναι σήμερα είναι 46 ετών. Η επισήμανση αφορά και τα άλλα πιτσιρδέλια: ο κ. Δ. Δρούτσας είναι 43 ετών, ο κ. Π. Γερουλάνος είναι 45, η κυρία Τίνα Μπιρμπίλη είναι 42. Λέει λοιπόν ο κ. Ανδρουλάκης για τον κ. Ραγκούση: «Την πρώτη μέρα τον άδειασαν πέντε – έξι»_ ήταν μικρός οπότε ουδόλως αξιοσέβαστος. Το βαθύτερο πρόβλημα είναι ότι η νέα γενιά πολιτικών λόγω ηλικίας δεν έχει κάποιο έπος να επιδείξει. Δεν βγήκε στα βουνά με τα όπλα, δεν έγραψε συνθήματα σε τοίχους επί χούντας. Αυτό στο σύμπαν του κ. Ανδρουλάκη τους καθιστά ασήμαντους.

Ρε γμτ, ακόμα σ' αυτήν την Ελλάδα ζούμε;

Δευτέρα, 2 Μαΐου 2011

Τσιγάρα και παγιέτες

Εχθές το βράδυ παρουσίαζαν σε ένα κανάλι τα πιο επιτυχημένα ζεϊμπέκικα των τελευταίων δεκαετιών. Δυστυχώς δεν μπορώ να σας πληροφορήσω ποια είναι αυτά γιατί δεν είδα φυσικά την εκπομπή (άσε που και να την έβλεπα δεν θα θυμόμουν κανένα). Το θέμα είναι ότι από τη στιγμή που πέρασα πάνω από αυτό το κανάλι ψάχνοντας για κάτι ενδιαφέρον, μου έχει εντυπωθεί στο μυαλό η εικόνα ξανθωπής νεαράς με κόκκινο μίνι-μαύρο μπούστο με παγιέτα να χορεύει ζεϊμπέκικο σαν τσιφτετέλι. Από τα γελοιοδέστερα θεάματα που μπορώ να σκεφτώ. Καπάκι όμως θυμήθηκα ένα (εντελώς άσχετο - οι ψυχοβγάλτες θα μπορούσαν να βγάλουν πολλά από την εξέταση τέτοιων συνειρμών) τραγούδι που πιστεύω ότι το ξέρουν πολλοί, το γνωστό "στο τσιγάρο που κρατώ". Και το ερώτημα που έχει κολλήσει στη σκέψη μου και κάνει παρέα στη νεαρά με την παγιέτα είναι: ποιος άλλος λαός ορκίζεται στα τσιγάρα;