Κυριακή, 28 Αυγούστου 2011

The secret diary & Lemon

Συνήθως δεν διαβάζω δύο βιβλία ταυτόχρονα – εκτός αν πρόκειται για συλλογές διηγημάτων. Αυτή τη φορά ο κλήρος έπεσε στο The Secret Diary of Adrian Mole, Aged 13 ¾ της Sue Townsend και το Lemon της Μαρίας Πετρίτση.

Το Secret Diary … γράφτηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’80 και ουσιαστικά πρόκειται για το ημερολόγιο που κρατάει ένας έφηβος (ηλικίας 13 ¾ όπως είπαμε), που ερωτεύεται μια συμμαθήτριά του, οι γονείς του χωρίζουν, πρέπει να ‘προσέχει’ έναν γέρο με έναν σκύλο, γράφει ποιήματα και είναι άλλος ένας παρεξηγημένος διανοούμενος. Αν και μπορώ να καταλάβω γιατί έγινε μεγάλη επιτυχία (και καλά έκανε για την εποχή που γράφτηκε), δεν μπορώ να πω ότι με ενθουσίασε, ούτε ότι με έκανε να γελάσω μέχρι δακρύων – άντε να χαμογέλασα μια-δυο φορές.

Το Lemon πάλι είναι πολύ διαφορετικό. Ένα ετερόκλητο πλήθος ανθρώπων (κι όχι μόνο), άλλοτε καθημερινών, άλλοτε όχι τόσο, που όλοι έχουν κάτι να πουν. Και αυτό νομίζω ότι είναι απαραίτητο για να γράψει κανείς ένα βιβλίο: να έχει κάτι να πει. Το δεύτερο που χρειάζεται είναι να ξέρει πώς να πει, και να το λέει.

Αυτό λοιπόν το βρήκα στο Lemon. Και το χάρηκα.

Ήταν μικρά πράγματα με μεγάλη σημασία. Ήταν οι τίτλοι των βιβλίων και οι στίχοι των τραγουδιών που ξεπηδούσαν μέσα από τις προτάσεις και η ευχάριστη, καλοδουλεμένη γλώσσα που απευθύνεται σε κοινό άνω των 12 χωρίς να καταφεύγει σε βαρύγδουπες λέξεις και εκφράσεις για να το πετύχει.

Δεν θα ισχυριστώ ότι ξέρω πώς γράφει η Μαρία Πετρίτση, αλλά φαίνεται ότι της βγαίνει αβίαστα. Χαίρεσαι να την διαβάζεις. Και χαίρεσαι διπλά γιατί γράφει πολλά. Το βιβλίο είναι πυκνογραμμένο, χωρίς άχρηστα κενά, μεγάλα διάστιχα ή τεράστια γράμματα. Διαβάζεις κανονικά – πράγμα σπάνιο τώρα τελευταία που με κάποια βιβλία είναι σαν να διαβάζεις συμβόλαιο. Νομίζω ότι πρέπει να πάρω και το άλλο της βιβλίο (αν και δεν με βλέπω να έχω πια χρόνο για διάβασμα πριν τα Χριστούγεννα…).

Πέμπτη, 18 Αυγούστου 2011

Φάβα και G6PD

Έχετε προσέξει ότι πάρα πολλές ταβέρνες σερβίρουν φάβα; Θυμόσαστε πριν από καμιά δεκαετία και βάλε που ο μόνος σίγουρος τρόπος να φας φάβα ήταν να την φτιάξεις στο σπίτι σου γιατί οι ταβέρνες απλώς δεν έφτιαχναν φάβα;

Επειδή λοιπόν έχω το κουσούρι να ρωτάω ό,τι μου κατέβει στο κεφάλι, ρώτησα δύο εστιάτορες και μου εκμυστηρεύθηκαν ότι είναι πια εύκολο να φτιάξεις φάβα γιατί έρχεται σε σκόνη.
- Φάβα σε σκόνη; Και τι προέλευσης είναι;
- Αιγύπτου. Πολύ καλή!

Εδώ λοιπόν αρχίζουν οι ανησυχίες. Βλέπετε στην Αίγυπτο φτιάχνουν φάβα από κουκιά. Φούλια. Κουκόφαβα την λέμε στα ελληνικά. Αλλά όταν λέμε κουκόφαβα εμείς, που δεν κάνει να τρώμε κουκιά, καταλαβαίνουμε ότι αυτό το φαγητό απαγορεύεται. Όταν μας προσφέρεται ως φάβα, θεωρούμε ότι είναι ακίνδυνο.

Ξέρω ότι η έλλειψη G6PD αφορά πολύ μικρό ποσοστό του πληθυσμού αλλά αν είστε ένας από εμάς, ίσως να είναι καλύτερο να μην τρώτε φάβα οπουδήποτε.

Τρίτη, 16 Αυγούστου 2011

Ρίτα, Ριτάκι κανέναν δεν φοβάσαι

Ρίτα, έλα εδώ, κάτσε κάτω και δώσε μου το χέρι σου να σου φορέσω το βραχιόλι σου. Έτσι μπράβο. Δες τι ωραίο που είναι! Και πόσο πηγαίνει με το κολιέ σου!
Όχι, μην τρως τα λουλούδια πριν τον γάμο. Περίμενε. Σου είπα, περίμενε. Και μην φεύγεις, δεν έχουμε τελειώσει ακόμα. Θες δεν θες, εμείς σήμερα θα σε παντρέψουμε.






(Η Ρίτα είναι ένα λευκό λαμπραντόρ 5 ετών.)

Σάββατο, 6 Αυγούστου 2011

Hypothermia 61 hours after the quake

Διακοπές και βιβλία.

Ξεκίνησα με το Hypothermia του Arnaldur Indridason. Ένα ωραίο θρίλερ, που του λείπει η μαύρη μαυρίλα και τα ανατριχιαστικά εγκλήματα ενός κλασικού “nordic thriller”. Αν και η πλοκή δεν παρουσιάζει τις τρομερές εκπλήξεις, ο ήρωας δεν είναι ο σούπερ-ντούπερ-ουάου των αντίστοιχων αμερικανικών (και καλά κάνει), η γραφή (μετάφραση στα αγγλικά) είναι ωραία, η σκιαγράφηση των χαρακτήρων μάλλον επιτυχής και το βιβλίο διαβάζεται γρήγορα και ευχάριστα. Ό,τι πρέπει για διακοπές. Άσε που αυτές οι χιονοθύελλες που σαρώνουν ακτές και βουνά της Ισλανδίας και καταπίνουν ανθρώπους στο πέρασμά τους δίνουν μια νότα δροσιάς στον καύσωνα.

Βέβαια, για εμάς τους αδαείς νοτιοευρωπαίους (τρομάρα μας, αλλά τέλος πάντων), ενδεχομένως προκαλεί εντύπωση πόσο απλά μιλάει ο αστυνομικός για το πρόβλημα του γιου του με το αλκοόλ και της κόρης του με τα ναρκωτικά. Ή για τις αυτοκτονίες εκεί πάνω στα βόρεια κλίματα. Αλλά έτσι είναι.

Συνέχισα με το After the Quake του Haruki Murakami.

Πρόκειται για έξι ιστορίες που το μόνο κοινό που έχουν είναι ο σεισμός στο Κόμπε το 1995, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι συνδέονται πουθενά μεταξύ τους.

Η μία μου θύμισε πολύ το "χαμένοι στη μετάφραση" - η σχέση μιας νεαρής που βρίσκει αποκούμπι σε έναν μεγαλύτερο άντρα. Ένας χαμένος σύζυγος, ένας χαμένος γιος, μια ενδοκρινολόγος, ένας τραπεζοϋπάλληλος, ένας συγγραφέας. Πρόσωπα υπαρκτά και μάλλον βαρετά. Που όμως έχουν κάτι το ξεχωριστό, και εδώ είναι που μπερδεύεται η φαντασία με την πραγματικότητα. Βλέπετε, στην πιο τραβηγμένη εκδοχή του, ο τραπεζοϋπάλληλος βρίσκει στο σπίτι του έναν γιγαντιαίο ανθρωπόλαλο βάτραχο, ο οποίος μιλάει με τσιτάτα Νίτσε, Ντοστογιέφσκι, Κόνραντ κ.λπ. Pas mal! Με μόνη διαφορά ότι, σε αντίθεση με άλλους συγγραφείς που αναρωτιέσαι τι είχαν πάρει όταν έγραφαν (π.χ. Τόλκιν, που μου αρέσει, αλλά σίγουρα κάτι έπαιρνε), ο Μουρακάμι καθιστά σαφές ότι το θέλει και το κάνει, και κάπου θα έρθει η λύτρωση.

Ομολογώ ότι η πρώτη ιστορία δεν με ενθουσίασε ιδιαίτερα, ενώ η τελευταία ήταν η καλύτερη. Ίσως επειδή ήταν και η πιο αισιόδοξη.

Και μετά πέρασα στα βαριά. Το 61 Hours του Lee Child. Αξίζει να διαβάσει κανείς έστω και μόνο το βιογραφικό του ήρωα Jack Reacher για να καταλάβει ότι θα περάσει καλά με ένα γρήγορο ανάγνωσμα κάτω από το αλμυρίκι σε παραλία της Λέρου, για την οποία θα τα πούμε αργότερα.

Έτσι δεν πρέπει να είναι οι διακοπές;